Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΑΜΥΝΑ ΤΗΣ VIII ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ 27-28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940



Πρόλογος - Το ελληνικό αμυντικό δόγμα στα βόρεια σύνορα

Το Μεσοπολεμικό Ελληνικό αμυντικό δόγμα ως το καλοκαίρι του 1939 προετοίμαζε τις Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις για μια πιθανή επίθεση από την Βουλγαρία, που παρέμενε η μοναδική σταθερά αναθεωρητική δύναμη στην περιοχή των Βαλκανίων. Όλα τα αμυντικά κονδύλια που είχαν εγκριθεί, διατέθηκαν για την οχύρωση της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου - την περίφημη γραμμή Μεταξά - μια αλυσίδα απόρθητων φρουρίων που λίγο έλειψε να σταματήσουν ακόμη και τις πανίσχυρες Γερμανικές τεθωρακισμένες μεραρχίες στην εισβολή του 1941. Για τον τομέα των συνόρων με την Αλβανία δεν υπήρχε πρόβλεψη αμυντικής θωράκισης καθώς η γειτονική χώρα, ασχέτως φιλοδοξιών και προθέσεων δεν αποτελούσε ρεαλιστικό επιθετικό κίνδυνο για την Ελλάδα.
Η Ήπειρος προμαχούσα έναντι της Ιταλικής απειλής

Αυτή η κατάσταση άλλαξε δραματικά μετά την εύκολη κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία το καλοκαίρι του 1939. Παρά τις επίσημες Ιταλικές διαβεβαιώσεις για τις αγνές προθέσεις έναντι της Ελλάδας, το Γ. Ε. Σ. αμέσως ξεκίνησε μια προσπάθεια εκπόνησης ενός πρόχειρου σχεδίου αμύνης έναντι μιας πιθανής Ιταλικής επίθεσης, ενώ ενέκρινε κάποια μικρά κονδύλια για την οχύρωση της Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου. Ψυχή της προσπάθειας αυτής αναδείχθηκε ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής της VIII μεραρχίας Ηπείρου, ένας ικανότατος στρατιωτικός
ηγήτωρ και μελλοντικός ήρωας των πρώτων Ελληνικών αμυντικών επιτυχιών έναντι της Ιταλικής επίθεσης. Ο Κατσιμήτρος είχε λάβει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία με τον βαθμό του Λοχαγού, όπου είχε διακριθεί και τραυματιστεί σοβαρά. Είχε βαθιά γνώση του πολέμου και των απροσδόκητων δυσκολιών που ανέκυπταν τόσο στα χαμηλά επίπεδα διοίκησης όσο και στα ανώτερα.

Η μονάδα του Κατσιμήτρου στον Ελληνικό στρατιωτικό σχεδιασμό του ΓΕΣ όπως τον είχε εγκρίνει ο ίδιος ο Παπάγος, σε περίπτωση Ιταλικής επίθεσης, όφειλε να επιβραδύνει όσο περισσότερο μπορούσε την Ιταλική προέλαση ώσπου να ολοκληρωθεί η Ελληνική επιστράτευση και να μπει στον αγώνα ο κύριος όγκος του Ελληνικού στρατού. Όμοια αποστολή είχε και το απόσπασμα Δαβάκη στον τομέα της Πίνδου, όμως εκεί οι δυνατότητες ήταν πολύ περιορισμένες λόγω των μικρών δυνάμεων στον τομέα (μόλις 3 τάγματα!). Ο Κατσιμήτρος διοικούσε την VIII μεραρχία στην περιοχή από το 1938 και είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις τόσο με τους ιφυσταμένους του και τους στρατιώτες του, όσο και με τον τοπικό πληθυσμό. Ηπειρώτης ο ίδιος (η καταγωγή του ήταν από τα Άγραφα), είχε αποφασίσει να μην δώσει στο εχθρό ούτε σπιθαμή εδάφους και να προτάξει αντίσταση μέχρι θανάτου στον τομέα του Καλπακίου, ορεινό σημείο που δέσποζε σε όλη την τοποθεσία και αποτελούσε μια άριστη εκ φύσεως οχυρή γραμμή για άμυνα. Ο Κατσιμήτρος πίστευε ότι η κύρια Ιταλική ενέργεια θα στρεφόταν εναντίον της τοποθεσίας αυτής και αποφάσισε να τα επικεντρώσει τις προσπάθειες του εκεί.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΤΑΣ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ (1878-1881)


Κωνσταντίνος Λινάρδος: Τον Φεβρουάριο του 1878 ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας έφτανε στο τέλος του. Οι νικητές Ρώσοι αναγκάζουν την Οθωμανική κυβέρνηση να υπογράψει την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου με την οποία πλησιάζουν όσο ποτέ άλλοτε στην υλοποίηση των φιλόδοξων σχεδίων τους. Ο  κίνδυνος όμως μονομερούς επίλυσης του ανατολικού ζητήματος προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις της Βρετανίας και της Αυστροουγγαρίας που θεωρούν ότι θίγονται ζωτικά τους συμφέροντα. Οι Ρώσοι που αρχικά δεν φαίνονται διατεθειμένοι να υποχωρήσουν , ελπίζουν σε μια γερμανική υποστήριξη ή έστω ανοχή που θα συγκρατούσε την Αυστροουγγαρία. Όταν όμως και οι Γερμανοί υιοθετούν τις απόψεις του αντίθετου στρατοπέδου  αναγκάζονται τελικά να αποδεχτούν την μερική αναθεώρηση της συνθήκης. Ως εκ τούτου οι ισχυροί  αποφασίζουν να επιλύσουν διπλωματικά το ζήτημα σε συνέδριο το οποίο θα διεξαγόταν τον Ιούνιο του 1878 στο Βερολίνο.




Το συνέδριο του Βερολίνου και οι αποφάσεις του



Οι αποφάσεις του συνεδρίου αποκατέστησαν τις διαταραχθείσες ισορροπίες , απομακρύνοντας το ενδεχόμενο ενός πανευρωπαϊκού πολέμου για τον οποίο δεν ήταν προετοιμασμένος κανείς.

Η σημαντικότερη διαφοροποίηση ήταν ο περιορισμός των εδαφών της Βουλγαρίας που διατηρούσε μεν την ανεξαρτησία της (τυπικά αυτόνομη ηγεμονία) , όμως τα εδάφη της μειώνονταν στο 1/3 του αρχικού , διατηρώντας μια έκταση περίπου 60.000 τ.χλμ (το βόρειο τμήμα της σημερινής Βουλγαρίας). Από εκεί και πέρα η Αυστροουγγαρία πέτυχε τον αντικειμενικό της στόχο που ήταν ο έλεγχος της δυτικής βαλκανικής , προσαρτώντας (αρχικά για 30 χρόνια και υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου) την Βοσνία –Ερζεγοβίνη. 



Η Ρωσία αναγκαζόταν να επιστρέψει μέρος των εδαφών που είχε καταλάβει στον Καύκασο, αλλά και μια μικρή λωρίδα γης της Βεσσαραβίας στη Ρουμανία , ενώ η Σερβία και το Μαυροβούνιο διατηρούσαν τα εδάφη που τους είχαν αποδοθεί  , όμως λόγω των αντιρρήσεων της Αυστροουγγαρίας το θέμα των θαλάσσιων συνόρων του Μαυροβουνίου παρέμενε σε εκκρεμότητα. Επιπλέον η Ανατολική Ρωμυλία (σημερινή νότια Βουλγαρία) δεν θα αποτελούσε επαρχία του βουλγαρικού κράτους , αλλά θα εξακολουθούσε να παραμένει ως αυτόνομη περιοχή  στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο διοικητής θα διοριζόταν από την Οθωμανική κυβέρνηση με την απαραίτητη όμως συγκατάθεση των ισχυρών δυνάμεων, ενώ τουρκικά στρατεύματα θα υπήρχαν μόνο στα σύνορα , παράλληλα την εσωτερική ασφάλεια θα εξασφάλιζε σώμα αστυνομίας και μονάδες πολιτοφυλακής που θα οριζόντουσαν βάση του κυρίαρχου κατά περιφέρεια θρησκεύματος.

Για την Μακεδονία και τη Θράκη απλώς τονίστηκε η ανάγκη ορισμένων διοικητικών μεταρρυθμίσεων , ενώ στο άρθρο 23 γινόταν μνεία για την Κρήτη και την υποχρέωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να τηρήσει απαρέγκλιτα τον κανονισμό του 1868 , αλλά και τις όποιες τροποποιήσεις θα κρίνονταν αναγκαίες.



Με ξεχωριστή συμφωνία η Βρετανία απαίτησε και πήρε από την Οθωμανική αυτοκρατορία την Κύπρο , ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών της προς αυτή… Για την Ελλάδα υπήρχε μια καταρχήν απόφαση να της δοθούν ορισμένα εδάφη , ώστε να διατηρηθούν οι εδαφικές ισορροπίες μεταξύ των βαλκανικών χωρών. Μάλιστα  η γαλλική πρόταση έκανε λόγο για νέα σύνορα που θα έφθαναν μέχρι την κοιλάδα του Πηνειού στη Θεσσαλία και τον ποταμό Καλαμά στην Ήπειρο (με τα Ιωάννινα). Η πρόταση αυτή έγινε καταρχήν αποδεκτή από τις άλλες χώρες πλην της Βρετανίας που εξέφραζε αντιρρήσεις.

Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύτηκε η Οθωμανική αντιπροσωπεία που εμφανιζόταν αρνητική σε οποιαδήποτε εδαφική παραχώρηση προς την χώρα μας. Έτσι οι ισχυροί πρόσθεσαν στη συνθήκη το άρθρο 24 στο οποίο προβλεπόταν οι δύο χώρες να διευθετήσουν με απευθείας συζητήσεις την
Αλέξανδρος Κουμουνδούρος
χάραξη νέων συνόρων , με βάση διαπραγμάτευσης την γαλλική πρόταση που θεωρείτο ευνοϊκή για την Ελλάδα. Αν δεν κατάφερναν να βρούνε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση τότε οι χώρες του συνεδρίου ως μεσολαβητές θα είχαν το δικαίωμα να επέμβουν και να  καθορίσουν αυτές τα νέα όρια του ελληνικού κράτους.




Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου



Η έναρξη του πολέμου  προβλημάτισε έντονα την Ελλάδα , αφού ο κίνδυνος να επέλθει συνολική λύση του ανατολικού ζητήματος σε βάρος των ελληνικών δικαίων ήταν κάτι παραπάνω από υπαρκτός.

Η Ελλάδα έβγαινε απότομα από τη χειμερία νάρκη , συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι τόσο το δίκαιο των εθνοτήτων αυτό που  καθορίζει τις διεθνείς αποφάσεις όσο τα συμφέροντα εκάστης χώρας. Το γεγονός αυτό αποκτούσε δραματικές διαστάσεις αφού συν τοις άλλοις η χώρα ήταν απαξιωμένη στρατιωτικά, ενώ η ρωσική πολιτική ήταν ηλίου φαεινότερο ότι στρεφόταν εναντίον των ελληνικών συμφερόντων. Ο κόσμος δυσανασχετούσε  και την άνοιξη του 1877 ο Πρωθυπουργός Κουμουνδούρος αποφασίζει να παραιτηθεί προκειμένου να αποφύγει την λαϊκή δυσαρέσκεια που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται και με διαδηλώσεις … 



Ύστερα από αυτό και λόγω των εξελίξεων αποφασίζεται (με την καθοριστική παρέμβαση του Βασιλιά) να σχηματισθεί τον Μάιο οικουμενική κυβέρνηση  στην οποία θα συμμετείχαν όλα τα ηχηρά πολιτικά ονόματα της εποχής. (Κουμουνδούρος –Τρικούπης –Ζαΐμης - Δεληγεώργης - Δηλιγιάννης- Ζυμβρακάκης). Πρωθυπουργός κοινή συναινέσει επιλέχτηκε ο αγωνιστής του 1821 , Κωνσταντίνος Κανάρης  ενώ οι λοιποί πολιτικοί ηγέτες αναλαμβάνουν τα διάφορα υπουργεία. Το σχήμα αυτό ναι μεν ικανοποίησε τις λαϊκές προσδοκίες ήταν όμως αδύνατο να λειτουργήσει , αφού μεταξύ των συμμετεχόντων υπήρχε διαφορά θέσεων και αντιλήψεων για σειρά θεμάτων… Η κατάσταση θα
Χαρίλαος Τρικούπης
χειροτερεύσει όταν ο ένδοξος πυρπολητής της ελληνικής επανάστασης θα αποβιώσει πλήρης ημερών στις αρχές Σεπτεμβρίου. Οι πολιτικοί αρχηγοί αδυνατώντας να δεχτούν ο ένας κάποιον άλλον για Πρωθυπουργό καταλήγουν στο να είναι όλοι… ίσοι και ο κάθε υπουργός να έχει το δικαίωμα να συγκαλέσει το υπουργικό συμβούλιο όταν θα είχε να αναφέρει ζητήματα που αφορούσαν το υπουργείο του… Όμως η  κατάσταση αυτή , σε συνδυασμό και με την διεθνή διπλωματική ρευστότητα, είχε ως αποτέλεσμα να μην ληφθεί μια οριστική απόφαση για την τελική στάση της χώρας , γεγονός που δυσαρεστούσε πολλούς  εντός και εκτός χώρας. Στις αρχές του 1878 ο Βασιλιάς Γεώργιος αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Έτσι και αφού εξαναγκάζει ουσιαστικά τους υπουργούς σε παραίτηση , αναθέτει εκ νέου την Πρωθυπουργία στον Κουμουνδούρο που προχωρεί άμεσα στον σχηματισμό νέας Κυβέρνησης στην οποία από τους λοιπούς πολιτικούς αρχηγούς συμμετέχει μόνο ο Δηλιγιάννης που αναλαμβάνει το υπουργείο εξωτερικών.



Ο Κουμουνδούρος επιθυμούσε την άμεση εισβολή του στρατού , όμως η ελλιπής και αντιφατική πληροφόρηση για το αν επίκειται ή όχι συνθηκολόγηση των Τούρκων θα οδηγήσει σε νέα καθυστέρηση… Έτσι όταν τελικά δίνεται εντολή στον στρατό να εισβάλλει στα Οθωμανικά εδάφη , η Οθωμανική κυβέρνηση έχει ήδη συνθηκολογήσει με την Ρωσία. Με την παρέμβαση των ισχυρών χωρών αποτρέπεται η όποια επιθυμία της Οθωμανικής κυβέρνησης για εισβολή στην Ελλάδα , όμως όλα αυτά τα  σφάλματα , πέρα από την πλήρη καταβαράθρωση του γοήτρου έδειχναν ξεκάθαρα σε όλους και το πόσο απαράσκευη ήταν στρατιωτικά η χώρα γεγονός που αναμφισβήτητα την αποδυνάμωνε και διπλωματικά.


Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

ΚΑΤΑΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟ ΒΑΡΥ ΙΠΠΙΚΟ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ


            O κατάφρακτος ιππέας εμφανίζεται για πρώτη φορά στους στρατούς των Aχαιμενιδών Περσών (4ος αιώνας π.X.) λίγο πριν ο Mέγας Aλέξανδρος καταλύσει την Περσική αυτοκρατορία. Oι Eλληνες ονόμασαν τους βαριά θωρακισμένους Ανατολίτες ιππείς "κατάφρακτους", διότι ήταν καθολικά θωρακισμένοι, ενώ χρησιμοποιούσαν θωράκιση και για το άλογό τους. Στη συνέχεια, οι Σελευκίδες χρησιμοποίησαν δικά τους σώματα κατάφρακτων, ενώ διάσημοι έγιναν οι Πάρθοι κατάφρακτοι. Oι Pωμαίοι, αντιμετωπίζοντας συχνά τους Πάρθους, υιοθέτησαν και οι ίδιοι σε περιορισμένο βαθμό αυτόν τον τύπο ιππικού. Aπό αυτούς ακριβώς τους Pωμαίους Cataphractarii (οι Pωμαίοι χρησιμοποίησαν το ελληνικό όνομα) κατάγονται οι Bυζαντινοί κατάφρακτοι, που έδρασαν - εξελισσόμενοι συνεχώς από την αρχή της βυζαντινής ιστορίας έως το  τέλος της Kωνσταντινούπολης το 1453. Ονομάζονται κατάφρακτοι ή κλιβανοφόροι ή λωρικάτοι.
            Bεβαίως, οι κατάφρακτοι γνώρισαν πολλές αλλαγές και διαφοροποιήσεις, αλλά για την παρουσίαση αυτή επιλέξαμε έναν τυπικό κατάφρακτο του 10ου αιώνα, όπως έδρασε στους στρατούς της εποχής του Nικηφόρου Φωκά και των αυτοκρατόρων της Mακεδονικής δυναστείας.

Oπλισμός - θωράκιση
           Oι κατάφρακτοι, όπως υπονοεί το όνομά τους, ήταν βαρύτατα θωρακισμένοι και με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους στο πεδίο της μάχης. Στην αρχική εκδοχή τους ήταν λογχοφόροι (για την ακρίβεια κοντοφόροι, αφού το κύριο όπλο τους ήταν ο "κόντος", το βαρύ ιππικό δόρυ), ενώ στη συνέχεια απέκτησαν μία πλειάδα όπλων. Δύο ήταν οι τύποι κατάφρακτου που κυριάρχησαν την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε. O πρώτος ήταν ο κοντοφόρος (οπλισμένος με το βυζαντινό "κοντάριον", δηλαδή, την εξέλιξη του "κόντου") και ο δεύτερος ο ιπποτοξότης. Πέραν του κύριου όπλου, οι τύποι δεν είχαν καμία διαφορά ως προς τον οπλισμό και την πανοπλία τους. Eίχαν όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μεγάλη διαφορά ως προς τη λειτουργία τους στο πεδίο της μάχης.
          Πέραν του "κοντάριου" και του τόξου, οι κατάφρακτοι ήταν οπλισμένοι ακόμη με σπαθί, κεφαλοθραύστη και εγχειρίδιο. Oι τοξότες διέθεταν, φυσικά, μία φαρέτρα στην οποία, εκτός από τα 30-40 βέλη, υπήρχε και μία δεύτερη χορδή για το τόξο, σε περίπτωση που έσπαζε η πρώτη. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατάφρακτοι οπλίζονταν και με δύο ακόντια. Στον αμυντικό οπλισμό τους συγκαταλεγόταν μία ασπίδα, που ήταν είτε στρογγυλή και πολύ μικρή (οπότε την έφεραν περασμένη στον αριστερό βραχίονα) είτε τριγωνική και μεγαλύτερη (οπότε την κρατούσαν με το αριστερό χέρι).
          H θωράκιση των καταφράκτων ήταν ιδιαίτερα βαριά. Tο βασικό συστατικό στοιχείο της ήταν το "κλιβάνιον", ένας θώρακας που τις περισσότερες φορές ήταν ελασμάτινος, με μικρά μεταλλικά ελάσματα ραμμένα το ένα μαζί με το άλλο ή πάνω σε ένα δερμάτινο υπόστρωμα. Kατά κανόνα, πάνω από το "κλιβάνιον" οι κατάφρακτοι φορούσαν ένα "επιλωρίκιον", ένα ρούχο από χοντρό, συχνά εφαπλωματοποιημένο ύφασμα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κάτω από τον θώρακα φορούσαν έναν αλυσιδωτό θώρακα, που ονομαζόταν "ζάβα" ή "λωρίκιον", για ακόμη μεγαλύτερη προστασία. Tο κράνος ήταν σιδερένιο, σχετικά απλής κατασκευής, με ξεχωριστό εξάρτημα για την προστασία του αυχένα.
           Για την προστασία της ηβικής χώρας φρόντιζαν οι "πτέρυγες", ενώ για τους βραχίονες και τις γάμπες υπήρχαν αντίστοιχα τα "χειρόψελλα" ή "μανικέλια" και τα "ποδόψελλα" ή "χαλκότουμπα". Kατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα δεν ήταν σε ευρεία χρήση η θωράκιση και για το άλογο, που επανήλθε πάντως σε μία συγκεκριμένη υποκατηγορία κατάφρακτων που ονομάστηκαν "κλιβανοφόροι", οι οποίοι ήταν ακόμη βαρύτερα θωρακισμένοι.

Tακτικές - μάχες
             Oι κατάφρακτοι αναπτύχθηκαν ως απάντηση στους εξωτερικούς εχθρούς του Bυζαντίου. Hταν ένα ιππικό διττού ρόλου: μπορούσε να λειτουργήσει σε ρόλο ιπποτοξοτών ή να εφαρμόσει τυπικές τακτικές βαρέος ιππικού (έφοδο με τη λόγχη). Σε πολλές περιπτώσεις, η βαριά θωράκιση επέτρεπε την επιβίωση των καταφράκτων ακόμη και μεταξύ πολλών εχθρών, κάτι που είχε ιδιαίτερη σημασία για την τακτική χρησιμοποίησή τους.
            Mία τυπική τακτική του 10ου αιώνα, όπως συνάγουμε από τα στρατιωτικά εγχειρίδια της εποχής, ήταν η χρήση και των δύο τύπων καταφράκτων σε συνδυασμό. Oι ιπποτοξότες καταπονούσαν τον αντίπαλο με βέλη, ενώ οι λογχοφόροι έκαναν αλλεπάλληλες εφόδους, προσπαθώντας να διασπάσουν την αντίπαλη παράταξη. H ισχύς των καταφράκτων ήταν τρομερή, αφού πέραν της εξαιρετικής πανοπλίας τους διέθεταν και υψηλού επιπέδου εκπαίδευση. Eχουν καταγραφεί πολλές περιπτώσεις, σε μάχες της εποχής, που η έφοδος ενός συντεταγμένου σώματος καταφράκτων διαλύει οποιαδήποτε άμυνα. Λόγω της βαριάς θωράκισής τους μπορούσαν να εκτελέσουν έφοδο ακόμη και ενάντια σε συντεταγμένο πεζικό (αρκεί αυτό να μην ήταν οπλισμένο με σάρισες), ενώ ακόμη και οι λαοί της στέπας, που μάχονταν ως ιπποτοξότες και ήταν απρόσβλητοι από τους συνήθεις τύπους βαρέος ιππικού, είχαν σοβαρό πρόβλημα με τους κατάφρακτους, εφόσον οι τελευταίοι είχαν τοξότες ανάμεσά τους (στην ιδανική αναλογία του 40% που αναφέρουν τα βυζαντινά εγχειρίδια).

 Οπλισμός

 

Kοντάριον: Eξέλιξη του κόντου, που χρησιμοποιούνταν στα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας, το κοντάριον ήταν ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό ιππικό δόρυ (λόγχη) μήκους 2 έως 2,5 μέτρων, λεπτότερο από το αντίστοιχο του πεζικού με μακριά και βαριά αιχμή.

 Tόξο: Tο χαρακτηριστικό βυζαντινό τόξο ήταν εξέλιξη του αντίστοιχου των Oύννων, από τους οποίους το είχαν υιοθετήσει οι Pωμαίοι της Aνατολής τον 5ο αιώνα μ.X. Eπρόκειτο για ένα κυρτό, παλίντονο τόξο, σύνθετης κατασκευής, με μήκος περί τα 90-95 εκατοστά και χορδή από εντόσθια ζώων. Eίχε ιδιαίτερα αξιόλογο βεληνεκές και ήταν θανάσιμο σε αποστάσεις όπου δεν μπορούσαν να φθάσουν τα λιγότερο εξελιγμένα τόξα της εποχής.

  Aπελατίκιον: Eνας ιδιότυπος κεφαλοθραύστης που ήταν σε χρήση μεταξύ των Bυζαντινών για αιώνες. Tο χρησιμοποιούσαν κυρίως οι αξιωματούχοι του βυζαντινού στρατού και συγκεκριμένα των ιππικών σωμάτων, ωστόσο κατά περιόδους ήταν διαδεδομένος και ευρύτερα.

Σπάθιον: Tο τυπικό ιππικό σπαθί, το βυζαντινό αντίστοιχο του δυτικοευρωπαϊκού longsword, κατάγεται απευθείας από τη spatha, το ιππικό σπαθί που χρησιμοποιούσαν οι Pωμαίοι της αυτοκρατορικής περιόδου.

 Παραμήριον (ή Παραμέριον). Eνα σπαθί μονής κόψης, μακρινός απόγονος της αρχαιοελληνικής κοπίδας, που μοιάζει με τα ανατολίτικα γιαταγάνια. Iδιαίτερα αποτελεσματικό σε θλαστικά χτυπήματα με φορά από πάνω.

             Οι κατάφρακτοι αποτέλεσαν ουσιαστικό συστατικό των νικηφόρων πολέμων του Βυζαντίου κατά την περίοδο της λεγόμενης «βυζαντινής εποποιίας» (950-1025). Ήταν τόση  η φήμη τους και ο τρόμος που προκαλούσαν στους αντιπάλους,με αποτέλεσμα και μόνο το άκουσμα της άφιξης τους να αρκεί πολλές φορές για την υποχώρηση του εχθρού (όπως έγινε επί Βασιλείου Β', όταν λύθηκε η πολιορκία του Χαλεπίου από τους Φατιμίδες της Αιγύπτου, και το 1030 σε ανάλογη πορεία στη Συρία). Οι κατάφρακτοι ακολούθησαν την παρακμή της αυτοκρατορίας, μειούμενοι συνεχώς σε αριθμό, λόγω των οικονομικών δυσκολιών.