Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ "ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ" (1916-1917)

Ένα από τα πρώτα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε η επαναστατική τριανδρία Βενιζέλου - Κουντουριώτη - Δαγκλή στην Θεσσαλονίκη ήταν η οικονομική χρηματοδότηση της πολεμικής της προσπάθειας. Και αυτό γιατί όταν σχηματίστηκε η επαναστατική κυβέρνηση στις 9 Οκτωβρίου 1916 τα εδάφη υπό τον έλεγχο της δεν ήταν αρκετά για να χρηματοδοτηθούν οι δαπάνες συγκρότησης στρατού, αλλά ούτε υπήρχαν και φοροεισπρακτικοί κρατικοί μηχανισμοί για να εισπράξουν τους αναγκαίους φόρους από τους πολίτες. Το ζήτημα αυτό απασχόλησε τις δυνάμεις της Αντάντ, στο διασυμμαχικό συνέδριο της Βουλώνης, στο οποίο εγκρίθηκε η οικονομική βοήθεια προς την επαναστατική κυβέρνηση. Μετά από διαβουλεύσεις αποφασίστηκε στις 20 Οκτωβρίου η χρηματοδότηση της επαναστατικής κυβέρνησης να αναληφθεί ισομερώς από τους τρεις συμμάχους. Συγκεκριμένα η Αγγλία ανέλαβε την υποχρέωση να εγγυηθεί για ένα δάνειο 10.000.000 δρχ, ενώ κι η Ρωσική κυβέρνηση υποσχέθηκε το ίδιο ποσό. Τα δάνεια θα δίνονταν από την Εθνική και την Ιονική τράπεζα, στις οποίες οι τρεις δυνάμεις θα άνοιγαν τις απαραίτητες πιστώσεις καταθέτοντας τα χρήματα.

Επειδή όμως η διαδικασία ήταν χρονοβόρα και οι ανάγκες της επαναστατικής κυβέρνησης πολύ πιο πιεστικές και άμεσες, οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας αποφάσισαν να δώσουν χωρίς χρονοτριβή από 5 εκατομμύρια δρχ σε δύο καταβολές που έγιναν στις 6 και 14 Νοεμβρίου αντίστοιχα. Χάρις τις δύο αυτές προκαταβολές ο Βενιζέλος κατάφερε να παρατάξει μια δύναμη 20.000 ανδρών που συντηρούσε όμως ομολογουμένως με μεγάλη δυσκολία. Σύμφωνα με στρατιωτική έκθεση του στρατηγού Genin που βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη, ένας στρατός 60.000 ανδρών που ήλπιζε να συγκεντρώσει η επαναστατική κυβέρνηση απαιτούσε δαπάνες 60 εκατομμυρίων δρχ μόνο για να συντηρηθεί για τρεις μήνες. Οι σύμμαχοι όμως καθυστερούσαν χαρακτηριστικά να καταβάλλουν χρηματικά ποσά που είχαν ήδη υποσχεθεί.

Στις αρχές Ιανουαρίου 1917 ανοίχθηκε ένας διπλός λογαριασμός στην Εθνική τράπεζα, όπου θα έβαζαν χρήματα οι Αγγλογάλλοι για την χρηματοδότηση του κινήματος. Για όλο τον Ιανουάριο όμως δεν κατατέθηκε το παραμικρό ποσό με αποτέλεσμα ο Βενιζέλος να αναβάλλει την επιστράτευση στην Β. Ελλάδα και τα νησιά, απόφαση με σημαντικές πολιτικές και στρατιωτικές προεκτάσεις. Οι δύο

Alexandr Ribot
χώρες κατέβαλλαν μέσα στον Φεβρουάριο από 3 εκατομμύρια, ποσό όμως που είχε ξοδευτεί από τους Έλληνες ήδη από τον Δεκέμβριο. Η Γαλλική στρατιωτική αποστολή υπολόγισε εκ νέου ότι η βενιζελική κυβέρνηση χρειαζόταν εφ΄ άπαξ άλλα 11 εκατομμύρια δρχ για την επιστράτευση, ενώ χρειαζόταν περίπου 4 εκατομμύρια τον μήνα για μισθούς των στρατιωτών, αποζημιώσεις οικογενειών νεοσυλλέκτων κτλ χωρίς να υπολογίζεται ο επισιτισμός που είχε αναλάβει έτσι η αλλιώς το Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα στην Θεσσαλονίκη.

Δημιουργήθηκε όμως πρόβλημα καθώς ο υπουργός οικονομικών Ribot παρά τις κρούσεις του Έλληνα Βενιζελικού απεσταλμένου Πολίτη, αρνιόταν επίμονα να καταβάλλει τα 5,5 εκατομμύρια για την επιστράτευση αν δεν κατέβαλε και η Αγγλική πλευρά ταυτόχρονα το δικό της μερίδιο κι αυτό γιατί σε άλλες περιπτώσεις η Αγγλία εκ των υστέρων είχε αρνηθεί να πληρώσει. Στην Αγγλία όμως υπήρχε σημαντική καθυστέρηση. Σύμφωνα με τον Γεννάδιο που βρισκόταν επί τόπου, ενώ οι Άγγλοι ιθύνοντες συμφωνούσαν ότι τα χρήματα όφειλαν να καταβληθούν άμεσα για να ανακουφιστεί η επαναστατική κυβέρνηση, η τελική εκταμίευση καθυστερούσε χαρακτηριστικά. Στις Αγγλικές "ομάδες διαχείρισης του πολέμου" που λειτουργούσαν καθημερινά και χειρίζονταν εκατοντάδες κρίσιμα και δυσεπίλυτα προβλήματα, το Ελληνικό θέμα της καταβολής φάνταζε "ασήμαντο" και "ενοχλητικό". Επίσης κάθε οικονομική εκταμίευση γινόταν από το Βασιλικό Θησαυροφυλάκιο, του οποίου οι τμηματάρχες ήταν τόσο ισχυροί και ανεξάρτητοι που μπορούσαν να αρνηθούν να υπακούσουν ακόμα και σε διαταγή του πρωθυπουργού, αν έκριναν πως ζημιώνονταν τα Αγγλικά οικονομικά συμφέροντα.

Στις αρχές Μαρτίου ακόμη δεν είχε γίνει η εκταμίευση, ενώ η Βενιζελική κυβέρνηση συσσώρευε χρέη και υπήρχε στους κόλπους της μια απαισιοδοξία λόγω της διαφαινόμενης έλλειψης οικονομικής

Sir Robert Chalmers
συμπαράστασης από την Αντάντ. Η κατάσταση είχε φτάσει σε αδιέξοδο, έτσι ο ίδιος ο Βενιζέλος προσωπικά απευθύνθηκε στον Λόρδο Granville τονίζοντας του ότι η αρνησικυρία στην καταβολή των χρημάτων καθυστερούσε την επιστράτευση. Τελικώς ο Γεννάδιος συναντήθηκε με τους Άγγλους υπεύθυνους του Αγγλικού θησαυροφυλακίου Sir John Brandbury και Sir Robert Chalmers. Η συζήτηση μαζί τους όμως ήταν εντελώς απογοητευτική καθώς οι δύο Άγγλοι ιθύνοντες είχαν έναν προσωπικό τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τις Αγγλικές υποχρεώσεις έναντι της επαναστατικής κυβέρνησης. Συγκεκριμένα είπαν στον Γεννάδιο ότι ήταν έτοιμοι να πληρώσουν αμέσως 2 εκατομμύρια δρχ από τα έξοδα του πρώτου μήνα, υπό τη προϋπόθεση ότι και η Ρωσία θα αναλάμβανε μέρος των εξόδων. Για τα 3,5 εκατομμύρια της επιστράτευσης δεν έκαναν καν λόγο. Επίσης είπαν στον έκπληκτο Γεννάδιο πως η Βενιζελική κυβέρνηση είχε στην διάθεση της αρκετούς πόρους για να συντηρηθεί, τους οποίους δεν είχε χρησιμοποιήσει ως τώρα επαρκώς.

Ο Γεννάδιος προσπάθησε να τους μεταπείσει, αλλά με πενιχρά αποτελέσματα. Έτσι η επαναστατική κυβέρνηση Βενιζέλου ήρθε σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς ήδη τα χρέη της ήταν 4 εκατομμύρια δρχ μόνο από τον στρατό, ενώ αδυνατούσε να προκαταβάλλει και οποιαδήποτε άλλη δαπάνη, σε σημείο ο στρατηγός Sarrail να αναγκαστεί να δανείσει 500.000 δρχ για τα άμεσα έξοδα του Βενιζελικού στρατού, ώστε αυτός να μην αρχίσουν οι λιποταξίες. Η κατάσταση είχε επιδεινωθεί σε τέτοιο σημείο ώστε ο Πολίτης με επιστολή του στον Βενιζέλο στις 12 Μαρτίου να αναφέρεται στην πιθανή διάλυση του υφιστάμενου στρατού. Τη ίδια μέρα ο πολυάσχολος Άγγλος πρωθυπουργός Lloyd George δέχθηκε τον Γεννάδιο, δήλωσε την έκπληξη του για την στάση των τμηματαρχών του Θησαυροφυλακίου, υποσχόμενος ότι θα ρυθμίσει αμέσως το ζήτημα. Λίγες μέρες μετά οι δύο κυβερνήσεις Αγγλίας και Γαλλίας επικοινώνησαν, αλληλοϋποσχόμενες ότι το εκκρεμές ζήτημα θα λυνόταν το ταχύτερο.

Μετά από κυβερνητικές πιέσεις οι δύο γραμματείς του Αγγλικού θησαυροφυλακίου δέχθηκαν να καταβάλλουν άμεσα 3,5 εκατομμύρια για την επιστράτευση, αλλά για τα 2 εκατομμύρια μηνιαίως ζήτησαν νέες εξηγήσεις. Αυτή εξέλιξη φάνηκε θετική στον Γεννάδιο, αλλά στην Θεσσαλονίκη υπήρχε απαισιοδοξία καθώς το συνολικό Ελληνικό χρέος που είχε συσωρευθεί, είχε φτάσει τα 8 εκατομμύρια δρχ. Αλλά η Ελληνική λύτρωση απείχε ακόμη πολλούς μήνες. Στις 19 Μαρτίου το foreign office ειδοποίησε την Βενιζελική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης πως ήταν έτοιμη να καταβάλλει το μερίδιο της, υπό κάποιους όρους που όφειλε να

Αλέξανδρος Διομήδης
σεβαστεί η Γαλλική κυβέρνηση. Έκπληκτος ο Γεννάδιος συνάντησε έναν αμήχανο Λόρδο Hardinge, υφυπουργό εξωτερικών που του έθεσε τους όρους που έβαλαν οι υπεύθυνοι του Θησαυροφυλακίου για να εκταμιευτούν τα χρήματα.

Οι όροι ήταν οι εξής:
α) Η μηνιαία καταβολή θα κάλυπτε όλα τα έξοδα και όχι μόνο του στρατού
β) Η καταβολή θα αφορούσε μόνο και αποκλειστικά στρατιωτικές ανάγκες και δεν θα αφορούσε τη σίτιση του πληθυσμού
γ)Αύξηση της μηνιαίας καταβολής απαιτούσε κοινή συναίνεση των 2 κυβερνήσεων Αγγλίας και Γαλλίας
δ)Από τα 7 εκατομμύρια της επιστράτευσης θα αφαιρούνταν όσα είχαν ήδη δοθεί για τον σκοπό αυτό

Το τελικό ποσό που προέκυπτε ως Αγγλικό μερίδιο για την Βενιζελική επιστράτευση ήταν 2,366 εκατομμύρια δρχ. Το Θησαυροφυλάκιο δήλωνε πως αν γίνονταν δεκτοί οι όροι του, ήταν σε θέση να καταβάλλει ένα τμήμα του ποσού αυτού. Οι βενιζελικοί απεσταλμένοι Ρωμανός και Αλέξανδρος Διομήδης ξεκίνησαν σειρά διαβημάτων στην Γαλλική πρωτεύουσα για το ζήτημα που πλέον είχε φτάσει σε οριακό σημείο. Σε υπόμνημα του ο Ρωμανός προς τον Γάλλο πρωθυπουργό Ribot ζητούσε άμεσα χωρίς άλλες αναβολές 20 εκατομμύρια δρχ (11 εκατομμύρια για τη επιστράτευση (αντί για 7) και 9 για τα έξοδα τριών μηνών) αλλιώς η Προσωρινή κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να διαλύσει τον ελάχιστο υφιστάμενο στρατό της. Οι Γάλλοι κινητοποιήθηκαν αποφασίζοντας να βοηθήσουν τον Βενιζέλο. Η Γαλλική κυβέρνηση ενημέρωσε τον Hardinge ότι θα κατέβαλλε άμεσα 3 εκατομμύρια (2 για τα έξοδα του μήνα, 1 για την επιστράτευση), ζητώντας από την Αγγλία να πληρώσει το μερίδιο της, ενώ υπογράμμιζε και την οφειλή 9 εκατομμυρίων που είχαν έναντι των Βενιζελικών. Το Αγγλικό Θησαυροφυλάκιο απαίτησε γραπτώς με επίσημο πρωτόκολλο τις Γαλλικές δεσμεύσεις.

Στις 5 Απριλίου 1917 έφταναν στην Θεσσαλονίκη τα πρώτα τρία εκατομμύρια από την Γαλλία, αλλά η Ελληνική αγωνία βρισκόταν στο κατακόρυφο για την Αγγλική στάση. Αγωνία που κορυφώθηκε όταν οι γραμματείς του Αγγλικού Θησαυροφυλακίου ανέβαλαν την πληρωμή επειδή μεσολαβούσε....Πάσχα. Στις 10 Απριλίου το Αγγλικό Θησαυροφυλάκιο κατέβαλλε τα πρώτα 2 εκατομμύρια προβάλλοντας μια σειρά από αντιρρήσεις για το χρηματικό ποσό της επιστράτευσης. Από τα 3,5 εκατομμύρια το Αγγλικό Θησαυροφυλάκιο υποστήριζε πως χρωστούσε μόνο το 1, καθώς

Paul Penleve
Έτσι στις 18 Απριλίου που έγινε η Βενιζελική επιστράτευση στα νησιά του Αιγαίου, η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε λάβει μόνο 3 εκατομμύρια δρχ από την Αγγλία και 6 εκατομμύρια δρχ από την Γαλλία. Το έλλειμμα της επαναστατικής κυβέρνησης της Άμυνας στα τέλη Απριλίου είχε φτάσει τα 11 εκατομμύρια περίπου. Μετά την επιστράτευση των νησιών στις 18 Απριλίου, η οικονομική αιμορραγία της κυβέρνησης της Άμυνας αυξήθηκε ακόμη περισσότερο. Ο Διομήδης συναντήθηκε εκ νέου με τον Γάλλο υπουργό πολέμου Painleve και του ζήτησε η Γαλλία να καλύψει την Αγγλική διστακτικότητα καταβάλλοντας ένα συνολικό ποσό 30 εκατομμυρίων δρχ. τα υπόλοιπα είχαν δοθεί ήδη σε είδη ιματισμού από το Αγγλικό εκστρατευτικό σώμα Στην Θεσσαλονίκη.

Ήδη η Γαλλία μετά την συνδιάσκεψη της Αντάντ στις 4 και 5 Μαΐου 1917, είχε αποφασίσει να σκληρύνει την στάση της έναντι του Βασιλιά Κωνσταντίνου, προτείνοντας ανοιχτά την εκθρόνιση του. Η Αγγλία που πάντοτε ευνοούσε έναν συμβιβασμό με τον Βασιλιά, αποφάσισε να δώσει ελευθερία κινήσεων στην Γαλλία, μειώνοντας και την δύναμη του εκστρατευτικού της σώματος στην Θεσσαλονίκη. Το θησαυροφυλάκιο στην Αγγλία συνέχισε να αρνείται να καταβάλλει το μερίδιο του για τα έξοδα της Βενιζελικής κυβέρνησης της Άμυνας καθ όλη την διάρκεια των οκτώμισι μηνών της ζωής της με αποτέλεσμα στο τέλος της περιόδου αυτής να υπολείπεται τουλάχιστον 8 εκατομμύρια δρχ από την βοήθεια που είχε αρχικά υποσχεθεί.

Αναμφίβολα η Γαλλία από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να βοηθήσει ενεργότερα και με μεγαλύτερη ειλικρίνεια την Βενιζελική προσπάθεια. Αυτό συνέβαινε γιατί είχε περισσότερα στρατεύματα στην Θεσσαλονίκη, ενώ Γάλλοι ναύτες είχαν σκοτωθεί στα γεγονότα των "Νοεμβριανών", γεγονός που είχε εξαγριώσει την Γαλλική κοινή γνώμη κατά των Ελλήνων βασιλοφρόνων.  Η αρνητική στάση της Αγγλίας για την χρηματοδότηση του Βενιζέλου ίσως έχει τις ρίζες της στις αντιρρήσεις του πολεμικού της επιτελείου για την γενικότερη χρησιμότητα της εκστρατείας στα Βαλκάνια. Επίσης οφειλόταν στην τυπικότητα και στην αυστηρότητα των Βρετανών υπαλλήλων του Θησαυροφυλακίου που σύμφωνα με τον Γεννάδιο αφορούσαν οποιονδήποτε λάμβανε χρηματοδότηση για οποιοδήποτε λόγο. Άλλη αιτία ήταν αναμφίβολα ο κρυφός ανταγωνισμός Αγγλίας - Γαλλίας, ο οποίος δυστυχώς για την Ελλάδα θα εκδηλωθεί αποφασιστικά κατά την Μικρασιατική εκστρατεία λίγα χρόνια μετά.

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

ΑΓΩΝΑΣ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ (Η ΒΥΘΙΣΗ ΤΟΥ Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ 14/9/1943)


Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
Δημοσιογράφος – Αμυντικός Αναλυτής.


Ο ΑΝΤΙΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΣΚΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΟΥ Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ (Υ1) ΣΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ ΤΟΥ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΥ. ΦΩΤΟ: ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ. ''Ταξίδι από το ένδοξο παρελθόν στο σήμερα.

Στις 14 Σεπτεμβρίου συμπληρώθηκαν 71 χρόνια από την βύθιση του υποβρυχίου «Κατσώνης» (Υ-1) το 1943 και την τραγική απώλεια του πληρώματος με επικεφαλής τον κυβερνήτη Βασίλειο Λάσκο. Το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού (ΓΕΝ) διοργάνωσε το διήμερο 17 και 18 Σεπτεμβρίου εορταστικές εκδηλώσεις μνήμης στην Σκιάθο, περιοχή βύθισης του υποβρυχίου, με την συμμετοχή της κανονιοφόρου «Πολεμιστής». Παρέστησαν ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Κ. Σπηλιόπουλος και ο διοικητής της Διοίκησης Υποβρυχίων (ΔΥ) πλοίαρχος Α. Καρατζάς, εκπροσωπώντας τον Α/ΓΕΝ.
Το Βασιλικό Ναυτικό (ΒΝ) προχώρησε το 1925 στην παραγγελία δύο υποβρυχίων (τα μετέπειτα «Κατσώνης» και «Παπανικολής») τύπου Shneider-Laubeuf στα γαλλικά ναυπηγεία, εκ των οποίων το πρώτο ναυπηγήθηκε στις εγκαταστάσεις Chantiers de la Gironde στην περιοχή Μπορντώ. Το Υ-1 καθελκύστηκε το 1926 και παραδόθηκε στις 8 Ιουνίου 1928 με παραλαμβάνοντα κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Κωνσταντίνο Αρβανίτη. Το υποβρύχιο είχε εκτόπισμα 576 τόνων (επιφάνεια) και 775 τόνων (σε κατάδυση), διαστάσεις 62,5/5,3/3,6 μέτρα, για την πρόωσή του χρησιμοποιούσε δύο μηχανές ντίζελ Shneider-Carels (2 x 650 ίππων) και δύο ηλεκτροκινητήρες των 500 ίππων. Ανέπτυσσε ταχύτητα 14 κόμβων στην επιφάνεια και 9 σε κατάδυση. Η ακτίνα δράσης του ήταν 3.500 ν. μίλια με ταχύτητα 10 κόμβων. Μπορούσε να καταδυθεί σε βάθος 80 μέτρων και έφερε έξι τορπιλοσωλήνες των 21 ιντσών με 13 τορπίλες τύπου Whitehead. Για την άμυνά του διέθετε αρχικά ένα πυροβόλο των 100 χλστ και ένα των 40 χλστ, τα οποία το 1934 αντικαταστάθηκαν από δύο βαρέα πολυβόλα Breda των 13,2 χλστ. Το πλήρωμά του αποτελείτο από πέντε αξιωματικούς και 41 υπαξιωματικούς και ναύτες.
Ο ΥΠΑΡΧΟΣ ΤΟΥ Υ/Β ''ΚΑΤΣΩΝΗΣ'' (Υ1) ΟΤΑΝ ΑΥΤΟ ΒΥΘΙΣΤΗΚΕ ΣΤΙΣ 14/9/1943 ΣΤΟ ΣΤΕΝΟ ΣΚΙΑΘΟΥ- ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ. ΦΩΤΟ: ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ. ''Ταξίδι από το ένδοξο παρελθόν στο σήμερα.

Όταν εξερράγη το Β΄ΠΠ και με δεδομένο ότι το υλικό υποστήριξης των υποβρυχίων προερχόταν από τη Γαλλία, εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα, τα οποία επιδεινώθηκαν με τη γαλλική παράδοση. Τις παραμονές της ιταλικής επίθεσης το υποβρύχιο «Κατσώνης» αντιμετώπιζε σειρά τεχνικών προβλημάτων σχετικών με την υποστήριξη των μηχανών, καθώς και άλλων ζωτικής σημασίας συστημάτων. Παρά τα διαπιστωμένα επιχειρησιακά μειονεκτήματα, το σκάφος μαζί με τα υπόλοιπα υποβρύχια χάρη στις άοκνες προσπάθειες των ανδρών του ΒΝ ήταν έτοιμα να αναλάβουν δράση.

Αξιωματικοί και πλήρωμα του Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ επί του πρυμναίου καταστρώματος, πίσω απο τον πυργίσκο. ΦΩΤΟ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΙ ΑΠΟΗΧΟΙ"
Το υποβρύχιο «Κατσώνης» (Υ-1) ανήκε στα πλοία του Στόλου που κατόρθωσαν να διαφύγουν στην Μέση Ανατολή μετά από την κατάρρευση της άμυνας της χώρας τον Απρίλιο του 1941, λόγω της γερμανικής εισβολής. Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων κατά των Ιταλών, με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Αθανάσιο Σπανίδη, βύθισε στις 31 Δεκεμβρίου 1940 το ιταλικό βοηθητικό στόλου «Quinto» 531 τόνων. Η επιχείρηση διεξήχθη βορείως του λιμένος του Δυρραχίου και εξετελέσθη αφού το υποβρύχιο αναδύθηκε, προσβάλλοντας τον στόχο με 30 βολές πυροβόλου.
Υπό τις διαταγές του κυβερνήτη αντιπλοίαρχου Βασίλειου Λάσκου το υποβρύχιο «Κατσώνης» τορπίλισε την 1η Απριλίουν1943 στο λιμάνι του Γυθείου μια γερμανική ναρκοθέτιδα 1.200 τόνων, κατά της οποίας έβαλλε τρεις τορπίλες, με αποτέλεσμα να ανατιναχθούν επίσης και δύο φορτηγίδες που μετέφεραν πυρομαχικά που ήσαν παραβεβλημένες δίπλα της. Επρόκειτο για μια «καταδρομική» επιχείρηση η οποία διήρκησε μόλις πέντε λεπτά αιφνιδιάζοντας τον έκπληκτο αντίπαλο. Στις 29 Μαΐου το υποβρύχιο αφού απέτυχε να βυθίσει με τορπίλες το επιταγμένο ισπανικό φορτηγό «Rigel» 1.000 τόνων, αναδύθηκε και το αχρήστευσε βάλλοντας με το πυροβόλο του. Η επιτυχία αυτή πραγματοποιήθηκε μεταξύ Ευβοίας και Σκιάθου, γεγονός που ανάγκασε τις γερμανικές δυνάμεις να αντιδράσουν. Λίγους μήνες αργότερα το καταδιωκτικό υποβρυχίων UJ2101, το οποίο ήταν το πρώην ναρκαλιευτικό «Στρυμών», περιπολούσε στην περιοχή των Βορείων Σποράδων προς αναζήτηση υποβρυχίων.
Το υποβρύχιο «Κατσώνης» έπλεε σε ανάδυση το βράδυ (περί τις 20.30) της 14ης Σεπτεμβρίου και ενώ βρισκόταν βόρεια του στενού της Σκιάθου, συναντήθηκε με το καταδιωκτικό υποβρυχίων UJ2101. Το ελληνικό σκάφος βρισκόταν σε δυσμενή θέση, καθώς έπλεε λόγω βλάβης με έναν μόνον ηλεκτροκινητήρα. Το γερμανικό καταδιωκτικό αφού εντόπισε οπτικά το σκάφος, κινήθηκε εναντίον του.

1943.- ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗΣ
 ΠΕΡΙΠΟΛΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ (Y1)
ΑΝΤΙΠΛΟΙΑΡΧΟΥ Β.ΛΑΣΚΟΥ. ΦΩΤΟ: ΠΝ
Το «Κατσώνης» καταδύθηκε, ενώ το UJ2101 προετοιμάστηκε να βάλλει εναντίον του βόμβες βυθού. Ξεκίνησε μια σκληρή καταδίωξη η οποία στη συνέχεια έφερε σε πλεονεκτική θέση το γερμανικό σκάφος. Οι βόμβες βυθού προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στο σκάφος, από τα ρήγματα εισερχόταν θαλασσινό νερό, τα πηδάλια βάθους τέθηκαν εκτός λειτουργίας και το χειρότερο από το χώρο των συσσωρευτών εκλυόταν χλώριο. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι το υποβρύχιο δεν διέθετε διπλή κάθοδο (ασφάλειας), ούτε δεξαμενή ταχείας κατάδυσης, ενώ τα πρωραία πηδάλια δεν αναδιπλώνονταν με αποτέλεσμα την συχνή πρόκληση βλαβών, ακόμη και από κυματισμό!
Η κατάσταση ήταν απελπιστική και ήταν σαφές ότι το υποβρύχιο δεν μπορούσε να παραμείνει σε κατάδυση, γεγονός που θα σήμαινε τον βέβαιο θάνατο του πληρώματος. Η απόφαση ήταν μία και ο κυβερνήτης Β. Λάσκος διέταξε «ταχεία άνοδο» ελπίζοντας να συνεχίσει την εμπλοκή με το πυροβόλο του υποβρυχίου! Ακολούθησε σκληρή μάχη με το κτυπημένο υποβρύχιο να προσπαθεί να προσβάλλει το καταδιωκτικό σκάφος, το οποίο χρησιμοποίησε την τακτική του εμβολισμού για να τερματίσει την σύγκρουση.

5/8/1943.- ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΝΟΜΗ ΠΑΡΑΣΗΜΩΝ ΣΕ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥΣ. ΑΡΙΣΤΕΡΑ Ο ΑΝΘΥΠΟΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΤΡΟΥΠΑΚΗΣ ΠΟΥ 39 ΗΜΕΡΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΣΤΙΣ 14/9/1943 ΘΑ ΧΑΘΕΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ (Υ1) ΒΔ ΣΚΙΑΘΟΥ. ΦΩΤΟ: Αρχείο Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος
Το υποβρύχιο «Κατσώνης» βυθίστηκε ενώ 32 άνδρες του πληρώματος (πέντε αξιωματικοί και 26 υπαξιωματικοί και ναύτες) κείτονταν νεκροί, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο κυβερνήτης. Ο Λάσκος βρήκε ηρωικό θάνατο από τα εχθρικά πυρά, πέφτοντας μαχόμενος στο καθήκον δίπλα από το πυροβόλο. Οι Γερμανοί συνέλαβαν 19 επιζώντες από τα μέλη του πληρώματος, ενώ αξιοσημείωτο γεγονός αποτελεί η διαφυγή τριών μελών του πληρώματος, που κατάφεραν να απομακρυνθούν κολυμπώντας και να διαφύγουν μετά από περιπέτειες στην Μέση Ανατολή! 
Σήμερα ο υγρός τάφος του υποβρυχίου μαζί με τον ηρωικό κυβερνήτη Βασίλειο Λάσκο βρίσκεται σε σε στίγμα Φ 39° 20,5΄Β και Λ 023° 23΄Α.

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Η ΥΨΗΛΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

    Το παρόν δημοσιεύεται με την άδεια του συντάκτη του  Σχη(ΠΖ) Τσίρη Αθανάσιου

                                                                                                        
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (από τον Αύγουστο Καίσαρα έως και το
Κωνσταντίνο ΙΑ` Παλαιολόγο), από νομική υπόσταση, κάλυπτε χρονική περίοδο
δεκαπέντε αιώνων. Στο υπόψη χρονικό διάστημα πραγματοποιούνται σταδιακά
αλλαγές στη γλώσσα, στη κουλτούρα, στη θρησκεία , στη πρωτεύουσα καθώς και
στα γεωπολιτικά ενδιαφέροντα αυτής. H Βυζαντινή Αυτοκρατορία ή
Βυζάντιο ή Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν διάδοχο κράτος του
γεωγραφικού χώρου της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με χρονικά όρια από το 330 μ.χ.
ως την τελική πτώση της Κωνσταντινούπολης την 29 Μαΐου του 1453 .

2. Η βυζαντινή αυτοκρατορία αποτέλεσε πρωταγωνιστική δύναμη στο δυτικό
κόσμο μεγαλύτερη χρονική περίοδο από κάθε άλλη δύναμη διαχρονικά, ξεκινώντας
από την αρχαία Αθήνα και Σπάρτη και καταλήγοντας στη ΕΣΣΔ και στις ΗΠΑ. Μόνο η
Κίνα, που δεν ανήκει στο δυτικό κόσμο, χαρακτηρίζεται μακροβιότερο κέντρο ισχύος
από αυτό του Βυζαντίου.

3. Με την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (476 μ.χ.), όπου
αποτελεί ουσιαστικά το ξεκίνημα της καθαρά βυζαντινής περιόδου στην ιστορία της
αυτοκρατορίας, ολοκληρώθηκε η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την Ιταλία στην
Ανατολική Μεσόγειο .

4. Καμία υπερδύναμη διαχρονικά δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τον κανόνα της
ιστορίας που θέλει νομοτελειακά φάσεις ακμής και παρακμής.. Γι` αυτό η ανάλυση της
υψηλής στρατηγικής του Βυζαντίου, που αποτελεί και την πλέον αξιοσημείωτη
περίπτωση καθόλη τη διαδρομή του, θα επικεντρωθεί κατά βάση (σε χρονικές
περιόδους της πρώιμης και μέσης Βυζαντινής ιστορίας) από τις αρχές του 6ου αιώνα
έως και τον 11ο αιώνα ,καθόσον πριν το 6ο αιώνα η υψηλή στρατηγική των εκάστοτε
ηγεσιών αποτελεί μέρος της `` ρωμαϊκής κουλτούρας``, ενώ μετά τον 11ο αιώνα
ακολουθεί η κατάρρευση της βυζαντινής ισχύος με την αλλαγή των διεθνών
παραμέτρων εξαιτίας της ανόδου της δυτικής Ευρώπης.

5. Για την πληρέστερη ανάλυση της υψηλής στρατηγικής του Βυζαντίου
σκιαγραφείται το διεθνές περιβάλλον της εποχής στο Παράρτημα «Α» της
παρούσης.



ΣΚΟΠΟΣ

6. Να αναλυθεί η υψηλή στρατηγική του Βυζαντίου κατά την προαναφερθείσα χρονική περίοδο λαμβάνοντας υπόψη τις διακυμάνσεις του διεθνούς περιβάλλοντος,
καθώς και τους κατά καιρούς διαφορετικές σε ισχύ και ιδεολογία απειλές που
εμφανίστηκαν .

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
                   
 Α. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία περιλάμβανε περιοχές γύρω από την ανατολική
λεκάνη της Μεσογείου ( Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία, Μικρά Ασία και Βαλκάνια) με
πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, η οποία παρότι την γεωγραφικά κομβική και
στρατηγική θέση της, βρισκόταν απόκεντρα από το πληθυσμιακό και οικονομικό
κέντρο βάρους της αυτοκρατορίας.


Β. Η πλουσιότερη επαρχία της Αυτοκρατορίας ήταν αυτή της Αιγύπτου και
ακλουθούσαν η Συρία, η Βυζαντινή Μεσοποταμία και τα νότια-βόρεια παράλια της
Μικράς Ασίας. Αντίθετα η περιοχή των Βαλκανίων ήταν η οικονομικά ασθενέστερη.


Γ. Το διεθνές περιβάλλον και οι απειλές που αντιμετώπιζε η αυτοκρατορία είναι
όπως παρακάτω:



α. Υπερκαυκασία
Στην υπόψη περιοχή λόγω της μορφολογίας του εδάφους της (μεγάλοι
ορεινοί όγκοι και εύφορα οροπέδια) ο έλεγχος από μια δύναμη θα απειλούσε τα
σημαντικότερα εδάφη των αντιπάλων. Ο έλεγχος της όμως είναι εξαιρετικά δύσκολος,
λόγω του δυσμενούς κλίματος και του δύσβατου εδάφους της. Η Υπερκαυκασία που
κατοικούνταν κατά βάση από Αρμένιους και άλλες ομάδες (λαοί τoυ Καυκάσου
Αλβανοί), ήταν χώρος σημαντικής στρατηγικής σημασίας για το Βυζάντιο, όπου
βρισκόταν σε συνεχή αντιπαράθεση με τη Περσία για τον έλεγχο της, χωρίς όμως
καμία από τις παραπάνω να επιτυγχάνει τον μόνιμο έλεγχο αυτής.


β. Ευρασιατική Στέπα
Η Ευρασιατική Στέπα κατοικούνταν από πρωτόγονες φυλές με χαμηλό
οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο, όμως οι κάτοικοι της ως μαχητές ήταν
πρωτοπόροι στη χρησιμοποίηση τεχνικών που αποσκοπούσαν στην δημιουργία
πανικού και άτακτης υποχώρησης των εχθρικών στρατευμάτων. Όπως και η
Υπερκαυκασία έτσι και η Ευριασιατική στέπα ήταν σημαντικής γεωπολιτικής
σημασίας για το Βυζάντιο, ειδικότερα οι περιοχές του Ευξείνου Πόντου και του
Καυκάσου. Οι δε ελληνικές πόλεις της Κριμαίας, όπου βρίσκονταν στην υπόψη
περιοχή, αποτελούσαν σημείο αναφοράς και επικοινωνίας για το Βυζάντιο.


γ. Βόρεια Αφρική
Οι κατοικούντες στην Βόρεια Αφρική και ειδικότερα σε περιοχές νοτίως
της Αιγύπτου ( Βλεμύες, Ναβάτες, Αιθίοπες ) δεν αποτελούσαν στρατηγική απειλήκαθόσον είχαν μακροπρόθεσμες καλές σχέσεις με το Βυζάντιο. Οι Αιθίοπες δε εκχριστιανίστηκαν τον 6ο αιώνα.


δ. Μέση Ανατολή
Αντίθετα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, βρισκόταν η
σημαντικότερη απειλή για το Βυζάντιο, η Περσία, μια δύναμη όχι μόνο με κρατική
οργάνωση αλλά με στρατιωτική ισχύ υπέρτερη από αυτή του Βυζαντίου. Οι σχέσεις
μεταξύ των πέρασαν από πολλές διακυμάνσεις έχοντας ως κύριο χαρακτηριστικό την
ασυμμετρία στους στόχους που έθεταν.


ε. Βαλκάνια και περιοχές της Κεντρικής Ευρώπης
Η μορφολογία του εδάφους (οροσειρές και μικρές πεδιάδες) των
παραπάνω περιοχών διευκόλυνε την άμυνα της αυτοκρατορίας έναντι των απειλών,
που ήταν τα σλαβικά φύλα της Κεντρικής Ευρώπης και τα νομαδικά αντίστοιχα της
Ουκρανικής Στέπας, αλλά δυσχέραινε σε μεγάλο βαθμό την κυριαρχία του Βυζαντίου
στους τοπικούς πληθυσμούς.


στ. Περιοχές της Δυτικής Μεσογείου
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έχοντας ως γνώμονα ότι τα ζωτικά
συμφέροντά της εστιάζονταν κατά βάση στην Ανατολή και στο Βορρά, η Δυτική
Μεσόγειος ήταν δευτερεύουσας σημασίας γι` αυτή, τουλάχιστον μέχρι την εποχή των
σταυροφοριών. Επιπρόσθετα η υπόψη περιοχή ήταν αρκετά μακριά από τα
σημαντικά κέντρα του Βυζαντίου και επηρέαζε ελάχιστα την ασφάλεια του.


ΑΝΑΛΥΣΗ

7. Κρίνεται σκόπιμο πριν αναλυθεί η υψηλή στρατηγική του Βυζαντίου να αναφερθεί
η κεντρική ιδεολογία της πολιτικής του καθώς και συνοπτικά τα δόγματα-πτυχές
αυτής τα οποία εφαρμόστηκαν χρονολογικά. Η ιδεολογία της Βυζαντινής
Αυτοκρατορίας στηρίχτηκε και θεμελιώθηκε στο δόγμα του οικουμενισμού, που
αποτελεί συνέχεια της ρωμαϊκής ιδεολογίας, στηριζόμενη στο ρωμαϊκό δίκαιο, στη
κρατική οργάνωση, στο χριστιανισμό και στην πνευματική παράδοση του ελληνισμού.
Η ιδέα αυτή αν και διατηρήθηκε σε όλη την χρονική διάρκεια της Βυζαντινής
αυτοκρατορίας παρουσιάστηκαν και εφαρμόστηκαν τρείς πτυχές- δόγματα της
πολιτικής της, που χρονολογικά είναι:
α. Το Δόγμα του Imperium Romanum ( από την ίδρυση ως τα τέλη του 6ου
αιώνα),
β. Το Δόγμα της Βυζαντινής Κοινοπολιτείας( από τις αρχές του 7ου ως τα
μέσα του 9ου αιώνα) και
γ. Το Δόγμα της Περιορισμένης Οικουμενικότητας και του Οικουμενικού
Χριστιανισμού (από τα μέσα του 9ου ως τα μέσα του 11ου αιώνα).
8. Η ιδεολογία του Imperium Romanum είναι η συνέχιση της ρωμαϊκής
πολιτικής, με κύριο εκφραστή το Ιουστινιανό, που η σημαντική επιρροή του οφείλεται
εν μέρει και στη μεγάλη χρονική διάρκεια παραμονής του στην εξουσία. Το Imperium
Romanum πήρε δύο εκφάνσεις1:
α. τη ρεαλιστική, που στηρίζεται στο αξίωμα ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία
αποτελούσε την αδιάσπαστη συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ήταν
"καθαρισμένη" μέσω του Χριστιανισμού.
β. την ιδεαλιστική, που εκδηλώθηκε με την επιθυμία απελευθέρωσης των
υπόδουλων αδελφών και επιστροφής τους στα πάτρια εδάφη.

9. Στόχος του δεύτερου δόγματος της Βυζαντινής Κοινοπολιτείας ήταν η
δημιουργία μίας διεθνούς κοινότητας με κέντρο το Βυζάντιο, μίας κοινότητας που
θα βρίσκονταν κάτω από την άμεση επιρροή της Κωνσταντινούπολης. Βέβαια αυτή η
Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, δεν σήμαινε βυζαντινή κυριαρχία απέναντι σ' αυτούς τους
λαούς της κοινότητας, όπως σήμαινε το Imperium Romanum απλά σήμαινε κατά
κάποιο τρόπο, πολιτιστική υποταγή2 .

10. Το τελευταίο δόγμα αυτό της Περιορισμένης Οικουμενικότητας και του
Οικουμενικού Χριστιανισμού, χαρακτηρίστηκε κατά βάση από ιμπεριαλιστικές
τάσεις στην ανατολή, από αναδιαμόρφωση των κρατικών τομέων και τέλος από
εδαφική επέκταση που για πρώτη φορά μετά τα χρόνια του Ιουστινιανού Α', πήρε
τέτοιες διαστάσεις.

11. Σε ένα άναρχο και ανασφαλές περιβάλλον με συνεχείς απειλές, διαχρονικά
και διαμέσου της ιστορίας, οι εκάστοτε δρώντες για την επιβίωσης τους βασίζονται σε
τέσσερις αρχέτυπες στρατηγικές, που είναι της στρατιωτικής ανάσχεσης –επέκτασης,
των συμμαχιών, των εξισορροπήσεων και του κατευνασμού3. Το Βυζάντιο όντως
ευρισκόμενο σε ένα τέτοιο περιβάλλον με διαρκείς απειλές από όλα τα σημεία
εφάρμοσε τις παραπάνω σε διάφορες χρονικές περιόδους, συνδυάζοντας και τα
τέσσερα είδη στρατηγικής κυρίως όμως επέμενε στην στρατηγική των
εξισορροπήσεων, των συμμαχιών και της στρατιωτικής ανάσχεσης ενώ αυτή
του κατευνασμού αποτέλεσε δευτερεύων μέσο.

12. Στρατηγική των εξισορροπήσεων
Η βυζαντινή διπλωματία ήταν να βασικό μέσο για την υλοποίηση της
παραπάνω στρατηγικής, καθόσον το διπλωματικό δίκτυο του Βυζαντίου θεωρείται μια
από τις σημαντικότερες θεσμικές επιτυχίες της κρατικής του δομής. Μέσω αυτής
κατάφερνε να διεισδύει στις πολιτικές σκηνές των αντιπάλων, να επηρεάζει και να
διαμορφώνει εξελίξεις να εξετρέπει εισβολές και να αποδυναμώνει τελικά τους
αντιπάλους του .
Οι εξισορροπητικοί ελιγμοί είχαν σκοπό να δημιουργήσουν αντιπερισπασμούς
δυνατούς για να απορροφήσουν τις στρατιωτικές προσπάθειες του αντιπάλου ώστε
να μη είναι δυνατόν να συγκεντρώνουν δυνάμεις κατά της αυτοκρατορίας.
Οι εξισορροπητικοί αυτοί ελιγμοί έπαιρναν τη μορφή άλλοτε βραχυπρόθεσμων και
άλλοτε μακροπρόθεσμων. Τη πρώτη μορφή την εφάρμοζαν όταν επιδίωκαν άμεση
αντιμετώπιση απειλής (εισβολή Συμεών όπου αντιμετωπίστηκε μέσω των
Μαγυάρων). Με τη δεύτερη μορφή, που αναδεικνυόταν και ο μακροπρόθεσμος
σχεδιασμός του, επιδίωκαν τη δημιουργία πλέγματος εξισορροπήσεων από ομάδες
εχθρικών δυνάμεων προτού προκύψει η απειλή.
Μόνο σε περίπτωση που αποτύγχαναν οι εξισορροπήσεις, η βυζαντινή διπλωματία
χρησιμοποιούσε σε λύση ανάγκης αυτή του κατευνασμού4.
Τη στρατηγική των εξισορροπήσεων την εφάρμοζαν κατά βάση εναντίον
δευτερευουσών απειλών.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα της παραπάνω στρατηγικής ήταν: στις νομαδικές
φυλές της ευρασιατικής στέπας που επηρέαζαν το ρευστό πολιτικό σκηνικό αυτών,
και κατά των Αβάρων που στόχευαν σε εξεγέρσεις των υποδούλων φυλών της
περιοχής εναντίον της αβαρικής ηγεμονίας.


13. Στρατηγική των Συμμαχιών
Μια άλλη μορφή υψηλής στρατηγικής που εφαρμόστηκε από το Βυζάντιο
ήταν αυτή των συμμαχιών. Πάγια τακτική των βυζαντινών ήταν η δημιουργία
διαδοχικών ζωνών από φίλιες δυνάμεις γύρω από όλη τη βυζαντινή επικράτεια με
σκοπό τη αποτροπή και απορρόφηση από αυτούς απειλών. Η επιλογή των
συμμάχων διάφερε χρονικά ανάλογα με τη γεωπολιτική σημασία της περιοχής που
κατείχαν οι σύμμαχοι, καθώς και τα συμφέροντα των Βυζαντίου την δεδομένη χρονική
στιγμή. Η εξασφάλιση των συμμαχιών επιτυγχανόταν με τη χρήση στρατιωτικών και
διπλωματικών μεθόδων αλλά και με οικονομικές χορηγίες προσφιλή μέθοδος της
βυζαντινής ηγεσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η οικονομική ενίσχυση της
Λάζικας που επαναστάτησε κατά των Περσών καθώς και τεχνική υποστήριξη που
παρείχαν για κατασκευή οχυρών.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που δημιουργούνταν προβλήματα στη διατήρηση και συνοχή
των συμμαχιών. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι βυζαντινοί περά των συμφερόντων που
επιδίωκαν να πετύχουν, επέλεγαν στο μέτρο του δυνατού οι σύμμαχες χώρες να
έχουν παραπλήσια ιδεολογία- κουλτούρα καθώς και θρησκεία.

14. Στρατηγική του κατευνασμού
Ο κατευνασμός, που αποτελεί στρατηγική παραχωρήσεων προς αποφυγή
σύγκρουσης για κέρδος χρόνου, υλοποιήθηκε από τη βυζαντινή ηγεσία με δύο
τρόπους. Μέσω παραχωρήσεων κατά βάση χρηματικών και λιγότερο εδαφικών,
καθώς και άλλων μεθόδων επιδιώκοντας μακροπρόθεσμη βελτίωση των σχέσεων με
τον αντίπαλο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν: η καταβολή λιτρών χρυσού στην
Περσία για εξασφάλιση της ειρήνης με αυτή, οι συχνές ανακωχές με το Χαλιφάτο για
ανταλλαγή αιχμαλώτων, καθώς και οι γάμοι μεταξύ βυζαντινών και αντιπάλων ( γάμος
της ανιψιάς του αυτοκράτορα Βασιλείου Β` με το γερμανό Όθωνα Γ`). Μέσω
κατάλληλων βραχυπρόθεσμων ελιγμών για την μείωση της απειλής όσο οι
βυζαντινές δυνάμεις βρισκόντουσαν σε ανάσχεση σοβαρότερης απειλής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, που όμως δεν είχε ικανοποιητικό αποτέλεσμα, αποτελεί
η κίνηση των βυζαντινών κατά των Αβάρων που ενώ τους δόθηκε χρηματική χορηγία
αναγκάστηκαν να επέμβουν στρατιωτικά για την εκδίωξή τους από τα Βαλκάνια.

15. Στρατηγική της ανάσχεσης- επέκτασης
Η στρατηγική της ανάσχεσης που αποτελεί στρατηγική διατήρησης των
κεκτημένων με δυνατότητα εμπλοκής με το αντίπαλο είτε θετικά ( συνεργασία) είτε
αρνητικά (ένοπλη αντιπαράθεση) υλοποιήθηκε με την αμυντική της μορφή
βασιζόμενη στον τακτικό στρατό και στις οχυρώσεις. Στα παραπάνω συνέτεινε σε
μεγάλο βαθμό η ταχύτητα αλλά και η ευκινησία του τακτικού στρατού για γρήγορη
μεταφορά στην περιοχή των επιχειρήσεων που στηρίζονταν εφενός στο πλούσιο
οδικό δίκτυο και αφετέρου στην ναυτική υπεροχή που είχε το Βυζάντιο, που του
επέτρεπε τη θαλάσσια μεταφορά των δυνάμεων του. Υπήρχαν όμως και περίοδοι
που υπήρχε αλλαγή της μορφής, από κατεξοχήν άμυνα σε σθεναρή επίθεση.
Η στρατηγική της υπερεπέκτασης και της εκκαθάριση των βαρβαρικών λαών ,
ήταν το κέντρο βάρους της υψηλής στρατηγικής στην πρώτη περίοδο του
Βυζαντίου(κατά βάση ο Ιουστινιανός και ο συνεχιστής του ο Ηράκλειτος καθώς και
μετέπειτα κατά την περίοδο της μείωσης της ισχύος του Χαλιφάτου), που
επιτεύχθηκε με μετατροπές της βυζαντινών πρακτικών στο επίπεδο της στρατιωτικής
στρατηγικής, καθόσον αρκετές φορές οι αντίπαλοι της αυτοκρατορίας ήταν
στρατιωτικά υπέρτεροι.

16. Υπάρχουν όμως και σημαντικοί παράμετροι ( πέρα από τη διπλωματία που
αναφέρθηκε) που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση των παραπάνω
στρατηγικών όμως :
α. Στρατιωτικές δυνάμεις
Ο πυρήνας του τακτικού στρατού ήταν το ιππικό, όπου
λειτουργούσε ως στρατηγική εφεδρεία για διεξαγωγή επιχειρήσεων σε βάθος. Σε
επιχειρησιακό δε επίπεδο απώτερος σκοπός ήταν η πραγματοποίηση τέτοιας μορφής
ελιγμών ώστε να υπάρχει απειλή των γραμμών επικοινωνιών του εχθρού και
ψυχολογική κάμψη αυτού ώστε να οδηγείται σε υποχώρηση χωρίς να δίνει μάχη,
στρατηγική της έμμεσης προσέγγισης που διατυπώθηκε από τον θεωρητικό της
Στρατηγικής του 20ου αιώνα Lıddell Hart.5 Η συνεχής αναδιοργάνωση του στρατού
(δημιουργία ταγμάτων, διάσπαση θεμάτων) βοήθησε στην υλοποίηση νέων
αποτελεσματικών στρατιωτικών τακτικών. Αξιοσημείωτο είναι η προσαρμοστικότητα
της μορφής του αγώνα ανάλογα με το αντίπαλο ( μάχη σώμα με σώμα,
χρησιμοποίηση ενεδρών κλπ).Σημαντικό στοιχείο του ναυτικού αγώνα, που μέχρι την
ανάπτυξη της ναυτικής δύναμης του Χαλιφάτου δεν είχε αξιόλογο αντίπαλο, ήταν η
χρησιμοποίηση του ``υγρού πυρ``.
β. Θρησκεία
Η επικράτηση του χριστιανισμού στο Βυζάντιο βοήθησε στην
κοινωνική του συνοχή. Ξεπερνώντας τα σύνορα της αυτοκρατορίας, με τον
ιεραποστολικό του χαρακτήρα χρησίμευσε ως μέσο εξάπλωσης του βυζαντινού
πολιτισμού και κατ` επέκταση και ως μέσο άσκησης της υψηλής στρατηγικής του.
γ. Οικονομία
Η βυζαντινή αυτοκρατορία στηριζόταν σε ένα οικονομικό σύστημα
χωρισμένο σε τρείς υπηρεσίες, με σημαντικότερη αυτή των έπαρχων για συλλογή
φόρων. Το σύστημα αυτό λειτουργούσε έτσι ώστε να δίνει επαρκή κονδύλια τόσο
για την άμυνα, όπου έπαιρνε και το μεγαλύτερο μερίδιο, όσο για την υλοποίηση
δημόσιων έργων. Στο προϋπολογισμό είχαν προβλεφθούν και ανάλογα ποσά για
παροχή οικονομικών δωρεών προς άλλους, για υλοποίηση των στρατηγικών της
μεθόδων.
δ. Πληροφορίες
Η βυζαντινή ηγεσία δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στη συλλογή
πληροφοριών προκειμένου να γνωρίζει εχθρικές κινήσεις, μεθόδους, αριθμό
δυνάμεων είχε αναπτύξει δίκτυο πληροφοριών αποτελούμενο κατά βάση από
διπλωμάτες και ιεραποστόλους.



ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ- ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

17. To βασικό χαρακτηριστικό της υψηλής στρατηγικής των βυζαντινών ηγεσιών
καθόλη τη διαδρομή στο χρόνο ήταν η προσήλωση τους στην οικουμενική
ιδεολογία, ένα στοιχείο που παρατηρείται διαχρονικά από τις πρωταγωνιστικές
δυνάμεις του κόσμου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Μ. Βρετανία κατά
τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και οι ΗΠΑ τη τωρινή περίοδο.

18. Η προώθηση αυτή της οικουμενικότητας και της νέας τάξης πραγμάτων
πραγματοποιήθηκε μέσω του Βυζαντινού πολιτισμού και των ιδεών του. Το
ιδιαίτερο γνώρισμά του είναι ότι άφησε μια μακρά κληρονομιά σε περιοχές μακριά
από την επικράτεια του που δεν υπήρξαν καν υπό το έλεγχο των στρατιωτικών
βυζαντινών δυνάμεων. Αξιοσημείωτο είναι εδώ να αναφέρουμε ότι διαχρονικά
υπήρξαν δυνάμεις που είχαν ως όραμα την επίτευξη της οικουμενικότητας μέσω των
πολιτισμών αλλά απέτυχαν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν η Γερμανία του
Χίτλερ και η αρχαία Σπάρτη. Η περίπτωση της Βρετανίας που για μεγάλο χρονικό

διάστημα πέτυχε εν μέρει την οικουμενικότητα, αναμφίβολα άφησε πολιτιστική
κληρονομιά που εκτείνεται από τις ΗΠΑ μέχρι την Αυστραλία αλλά η σημαντική
διαφορά της με το Βυζάντιο είναι ότι το πέτυχε μέσω των αποικιών της και τις
κυριαρχίας της σ` αυτές. Τέλος χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και μετά την πτώση
του Βυζαντίου παραμένει αυτή η πολιτιστική κληρονομιά και σήμερα
επηρεάζοντας την κοινωνική και πολιτική ζωή του Δυτικού κόσμου.

19. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία αντιμετώπιζε ταυτόχρονα πολλούς εχθρούς. Η
ιστορία καταγράφει ότι για μεγάλα χρονικά διαστήματα οι βυζαντινές δυνάμεις
αντιμετώπιζαν ως και τρείς διαφορετικές απειλές όπου η μια ήταν στρατιωτικά
υπέρμετρη (π.χ. Περσία). Επειδή ήταν ανέφικτο να στηρίξει την επιβίωση της με
στρατιωτικές αντιπαραθέσεις χρησιμοποιούσε κατά κόρον την στρατηγικής της
“έμμεσης προσέγγισης” καθώς και αυτής της “εξουθένωσης” που διατυπώθηκε
πολύ αργότερα από το γερμανό ιστορικό Hans Delbruck. Η πραγματοποίηση
ενεδρών, τα πλήγματα στο σύστημα εφοδιασμού των εχθρικών δυνάμεων είναι
μερικές από τις ενδεικτικές ενέργειες των παραπάνω στρατηγικών.

20. Η φιλοσοφία της έμμεσης προσέγγισης εφαρμόστηκε και σε μη στρατιωτικές
πτυχές, μέσω των συμμαχιών και των εξισορροπήσεων με κινητήριο μοχλό τη
βυζαντινή διπλωματία που αποσκοπούσε στην οικοδόμηση μιας πολιτικής
ισορροπίας δυνάμεων. Η βασική επιδίωξη των βυζαντινών ήταν να επιτύχουν
συμμαχίες για μεγάλο χρονικό διάστημα, που στηρίζονταν κατά βάση σε μια
αλληλεγγύη ιδεών, κάτι το οποίο το επιδίωκαν στην νεώτερη ιστορία και οι δυο
υπερδυνάμεις ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Υπήρχαν και περιπτώσεις με αρνητικά οφέλη για τις
συμμαχίες του Βυζαντίου με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της Βουλγαρίας. Η
προσφιλής μέθοδος των βυζαντινών, αυτή των χρηματικών χορηγιών, βρίσκει
εφαρμογή και στην πολιτική των ΗΠΑ εφαρμόζοντας το παραπάνω στην Ευρώπη με
τη λήξη του Β` ΠΠ.

21. Η στρατηγική των εξισορροπήσεων παρουσίαζε διακυμάνσεις στην όλη
διάρκεια εφαρμογής της, αλλά αυτό που την χαρακτήριζε ήταν η ευελιξία της που
προσομοιάζει την αντίστοιχη της Γαλλίας των Λουδοβίκων του 17 αιώνα, καθώς και
αυτής των ΗΠΑ με την Κίνα , που την βοήθησε αποφασιστικά στην επικράτησή της
στον ψυχρό πόλεμο. Βασική αρχή των βυζαντινών ήταν η εξουδετέρωση των μη
κύριων απειλών μέσω εξισορροπήσεων, αρχή που αποδείχθηκε επωφελής. Το
παραπάνω δεν εφαρμόστηκε από τις μετέπειτα μεγάλες δυνάμεις με αρνητικά
αποτελέσματα γι` αυτές ( Ρωσία με το Αφγανιστάν, ΗΠΑ με το Βιετνάμ).

22. Επιπρόσθετα, η υψηλή βυζαντινή στρατηγική στηρίχθηκε σε έναν
αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό που της εξασφάλιζε διοικητική συνοχή και
χρηματικούς πόρους για την υποστήριξη τόσο της στρατιωτικής δύναμης όσο και της
διπλωματίας. Η ενότητα του λαού της αποφεύγοντας οποιαδήποτε εθνικισμούς
και δίνοντας νομιμοποίηση των εκτελεστέων ενεργειών συνέτειναν στα μέγιστα
στην υλοποίηση των αντικειμενικών σκοπών.

23. Τέλος αξιολογώντας την υψηλή στρατηγική του Βυζαντίου, λαμβάνοντας
υπόψη τα κριτήρια αξιολόγησης6 διαπιστώνουμε ότι :

α. Ήταν προσαρμοσμένη τόσο στο διεθνές εξωτερικό περιβάλλον,
λαμβάνοντας υπόψη τις ευκαιρίες και τις απειλές που εμφανίζονται, όσο και στο
εσωτερικό, ( καταλληλότητα).
β. Η κρατική δομή και η λειτουργία της κρατικής μηχανής βοήθησαν σε
μεγάλο βαθμό την δημιουργία της εσωτερικής συνοχής , στοιχείο σημαντικό για την
επιτυχία της υψηλής στρατηγικής (εσωτερική συνοχή).
γ. Οι εξισορροπητικοί ελιγμοί καθώς και τα διάφορα διπλωματικά
τεχνάσματα επέφεραν κατά βάση τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, ενώ υπήρχαν
αρκετές φορές που δεν είχαν την απόδοση που προσδοκούσαν (αποδοτικότητα).
δ. Η στρατηγική της υπερεπέκτασης του Βυζαντίου είχε οδυνηρές
συνέπειες για την ασφάλεια αυτού και δεν συμβάδιζε τη δεδομένη στιγμή που
εφαρμόστηκε με τις ικανότητες του (συσχετισμός ικανοτήτων και στόχων).
ε. Η στρατηγική του γενικότερα συνδυάζοντας τους προαναφερόμενους
τύπους στρατηγικής, χαρακτηρίζεται από ευελιξία και προσαρμοστικότητα για
αντιμετώπιση απρόβλεπτων καταστάσεων ( αντοχή σε σφάλματα).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1 Γκλύκατζη-Αρβελέρ Ελένη: Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Ψυχογιός, 1988, σ.20.
2 Παπασωτηρίου Χαράλαμπος : Βυζαντινή Υψηλή Στρατηγική 6ος -11ος αιώνας, Ποιότητα, 2000, σ.210.
3 Στο ίδιο, σ.22.
4 Στο ίδιο σ.126.
5 Στρατηγού Beaufre: Εıσαγωγή στη Στρατηγική, ΓΕΣ, 1987, σ.73.
6 Παπασωτηρίου Χαράλαμπος : Βυζαντινή Υψηλή Στρατηγική 6ος -11ος αιώνας, Ποιότητα, 2000, σ.33.