Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

"ΧΡΙΣΤΟΣ-ΨΩΜΙ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΖΗΛΩΤΩΝ



Στις αρχές του καλοκαιριού του 1342, στη Θεσσαλονίκη, μια ομάδα πολιτών, οι επονομαζόμενοι Ζηλωτές, έχοντας την υποστήριξη των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, εκδιώκουν βίαια το διοικητή της Θεσσαλονίκης Θεόδωρο Συναδηνό, τμήμα της φρουράς και ένα μεγάλο αριθμό μελών της τοπικής αριστοκρατίας. Σύντομα η εξέγερση γενικεύεται και ο «δήμος» της Θεσσαλονίκης, όπως αποκαλούνται στις πηγές σα φτωχά λαϊκά στρώματα, στρέφεται με ιδιαίτερο μένος εναντίον της αριστοκρατίας. Στις ταραχές που ακολουθούν αναφέρονται λεηλασίες και φόνοι σε βάρος ευγενών. Σταδιακά οι Ζηλωτές εδραιώνονται στην αρχή της πόλης και εγκαθιδρύουν το ιδιόμορφο καθεστώς τους. Παρά τις κρίσεις που διέρχεται, το ζηλωτικό καθεστώς αποδεικνύεται ανθεκτικό, καθώς οι Ζηλωτές παραμένουν στην εξουσία μέχρι το 1349.
Τα παραπάνω γεγονότα εξελίσσονται στην ιστορική συγκυρία του εμφυλίου πολέμου της περιόδου 1341-1347. 0 θάνατος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ Παλαιολόγου και η αδυναμία του εννιάχρονου διαδόχου του Ιωάννη Ε’ να αναλάβει άμεσα τα βασιλικά του καθήκοντα, λόγω της νεαρής ηλικίας του, είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση δύο αντιπάλων στρατοπέδων στους κόλπους της βυζαντινής αριστοκρατίας. Επικεφαλής του ενός στρατοπέδου υπήρξε ο ευγενής Ιωάννης Καντακουζηνός, ο οποίος κατόρθωσε να συσπειρώσει το μεγαλύτερο τμήμα της αριστοκρατίας. Ωστόσο, η αντίπαλη παράταξη, με ισχυρούς άνδρες το μεγάλο δούκα Αλέξιο Απόκαυκο και τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Καλέκα, εκμεταλλευόμενη την απουσία του Καντακουζηνού από την Κωνσταντινούπολη το Σεπτέμβριο του 1341, κατόρθωσε να επιβληθεί στην πρωτεύουσα.
Η «αντιβασιλεία της Κωνσταντινούπολης», όπως ονομάστηκε η αντίπαλη στον Καντακουζηνό παράταξη, μην μπορώντας να αντιπαρατεθεί άμεσα στρατιωτικά μαζί του, με αριστοτεχνικούς χειρισμούς εκμεταλλεύθηκε τα αντιαριστοκρατικά αισθήματα των λαϊκών στρωμάτων της Αυτοκρατορίας, τα οποία, συμφωνά με τα κείμενα της εποχής, είχαν περιπέσει σε κατάσταση απόλυτης ένδειας λόγω της αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης από τους ευγενείς. Άνθρωποι της αντιβασιλείας υποδαύλιζαν το μένος των κατώτερων τάξεων εναντίον της αριστοκρατίας, που φανερά στο μεγαλύτερο μέρος της ταυτιζόταν με τον Καντακουζηνό. Σύντομα σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης ξέσπασαν δυναμικές λαϊκές εξεγέρσεις εναντίον των ευγενών.
Στην Αδριανούπολη -όπου το πνεύμα της εξέγερσης διατηρήθηκε μέχρι το 1345- το Πάμφιλον, τη Βήρα, τη Ρεντίνα, το Διδυμότειχο και αλλού η αριστοκρατία βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που εξεγείρονται εναντίον της δείχνουν να προσβλέπουν στην κυβέρνηση της πρωτεύουσας, κάνοντας σημαία στις εξεγέρσεις τους την αφοσίωση τους στο νόμιμο διάδοχο Ιωάννη Ε’. Ταυτίζονται με την αντιβασιλεία της Κωνσταντινούπολης, καθώς θεωρούν ότι, εφ’ όσον μάχεται τον Καντακουζηνό, στρέφεται και κατά της αριστοκρατίας. Αυτό όμως δεν ισχύει στην πραγματικότητα, καθώς ονόματα αριστοκρατικών οικογενειών πλαισιώνουν και το επιτελείο της αντιβασιλείας.
Τα γεγονότα του 1342 στη Θεσσαλονίκη εντάσσονται και αυτά στην αλυσίδα των παραπάνω εξεγέρσεων, Η ειδοποιός διαφορά βρίσκεται στην ύπαρξη ανεξάρτητης από την αντιβασιλεία της Κωνσταντινούπολης ηγεσίας και μάλιστα με στόχο την κατάληψη της αρχής της πόλης. Λίγα πράγματα γνωρίζουμε για τους Ζηλωτές, οι οποίοι με τον καιρό φαίνεται ότι είχαν αποκτήσει ισχυρά ερείσματα στο «δήμο» της Θεσσαλονίκης, επικαλούμενοι τα αντιαριστοκρατικά του αισθήματα.
Σε μια πρώτη φάση μετά την εξέγερση, η Θεσσαλονίκη ελέγχεται από αυτοκρατορικά στρατεύματα από την Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να ενισχυθεί η άμυνα της πόλης εναντίον του Καντακουζηνού και του στρατού του, που βρίσκονταν στην περιοχή. Με τη σταδιακή αποχώρηση των στρατευμάτων αυτών οι Ζηλωτές φαίνεται να αποκτούν όλο και μεγαλύτερο λόγο στη διοίκηση της Θεσσαλονίκης.
Αρχικά διοικητής της Θεσσαλονίκης ορίστηκε ο Μιχαήλ Μονομάχος, πρώην έπαρχος της Θεσσαλίας, ο οποίος την άνοιξη του 1343 με τη βοήθεια των Ζηλωτών συνέβαλε αποφασιστικά στην άμυνα της πόλης απέναντι στον Καντακουζηνό. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους ο Καντακουζηνός πραγματοποίησε μια δεύτερη προσπάθεια, έχοντας, επί πλέον, και τη συνδρομή του συμμάχου του, εμίρη του Αϊδινίου, Ομούρ, ο οποίος κατέπλευσε από την Ασία με σημαντική στρατιωτική δύναμη. Αυτή τη φορά οι Ζηλωτές έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην άμυνα και τη διοίκηση της Θεσσαλονίκης, καθώς απουσιάζει από τις πηγές το όνομα του Μιχαήλ Μονομάχου ή κάποιου άλλου αξιωματούχου διορισμένου από την Κωνσταντινούπολη.
Και στις δύο περιπτώσεις ο Καντακουζηνός ήλπιζε στη Βοήθεια των οπαδών του που είχαν παραμείνει στην πόλη. Ωστόσο, οι Ζηλωτές οργάνωσαν ένοπλες ομάδες περιφρούρησης από μέλη του «δήμου» και δεν δίστασαν να προχωρήσουν ακόμη και σε πράξεις τρομοκρατίας εναντίον της αριστοκρατίας, προκειμένου να αποτρέψουν το ενδεχόμενο συνωμοτικών ενεργειών υπέρ του Καντακουζηνού. Οι Ζηλωτές στην πρώτη αυτή φάση χρησιμοποιούν έντονη αντιαριστοκρατική ρητορική, που βρίσκει απήχηση τόσο στα φτωχά στρώματα της πόλης όσο και στους εξαθλιωμένους πληθυσμούς της αγροτικής ενδοχώρας, που συρρέουν στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να βρουν καταφύγιο από τις συνεχείς μετακινήσεις και λεηλασίες των εχθρικών στρατευμάτων.


Xeirografa_035_
■ Οι Ζηλωτές εκπροσωπούσαν τα κατώτερα στρώματα της βυζαντινής Θεσσαλονίκης.
Εργαστήριο υφαντικής από μικρόνραφο του 14ου αιώνα (Βιβλιοθήκη του Βατικανού)
.


Ηγέτης των Ζηλωτών αναδεικνύεται ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, που αναγνωρίζεται από την Κωνσταντινούπολη ως «συνάρχων» του διορισμένου διοικητή της Θεσσαλονίκης Ιωάννη Απόκαυκου, γιου του ισχυρού άντρα της αντιβασιλείας Αλέξιου Απόκαυκου. Οι πηγές αναφέρουν ότι στο πλαίσιο αυτού του ιδιόμορφου καθεστώτος δυαρχίας ο ηγέτης των Ζηλωτών αποτελούσε τον πραγματικό διοικητή της πόλης, σε αντίθεση με τον Ιωάννη Απόκαυκο, που δυσανασχετούσε, καθώς η εξουσία του φάνταζε «κενόν όνομα». Παρ’ όλο που οι πηγές, στο σύνολο τους επικριτικές απέναντι στους Ζηλωτές, κατηγορούν τον Μιχαήλ Παλαιολόγο ως δεινό διώκτη της αριστοκρατίας, αυτός δεν φαίνεται να ακολούθησε τη σκληρή πολιτική των πρώτων χρόνων μέχρι το 1343, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στον Ιωάννη Απόκαυκο να συσπειρώσει την αριστοκρατική αντιπολίτευση.
Την άνοιξη του 1345 ο Ιωάννης Απόκαυκος παρέσυρε με δόλο τον Μιχαήλ Παλαιολόγο σε μια απόμερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου ο ηγέτης των Ζηλωτών έπεσε νεκρός από τα χτυπήματα των ανδρών της συνοδείας του Ιωάννη Απόκαυκου. Ο «δήμος» δεν αντέδρασε στη δολοφονία του Μιχαήλ Παλαιολόγου και ο Ιωάννης Απόκαυκος, αφού εξαπέλυσε διωγμό εναντίον των Ζηλωτών, ανέλαβε τα ηνία της Θεσσαλονίκης. Η αδράνεια όμως του «δήμου» δεν σήμαινε και αντιστροφή του αντιαριστοκρατικού κλίματος στις τάξεις του. Αυτό το γνώριζε καλά ο Απόκαυκος και, ξαφνιάζοντας τους αριστοκράτες συμμάχους του, επέβαλε πρόστιμα σε βάρος τους, προφανώς για να ικανοποιήσει τα αντιαριστοκρατικά αισθήματα των λαϊκών στρωμάτων. Μετά όμως τη δολοφονία του πατέρα του Αλέξιου Απόκαυκου στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο του 1345 από οπαδούς του Καντακουζηνού, αποφάσισε να αλλάξει τακτική, θεωρώντας πλέον σίγουρη τη νίκη του Καντακουζηνού, συμμάχησε εκ νέου με τους αριστοκράτες οπαδούς του τελευταίου στη Θεσσαλονίκη και σχεδίαζε ανοικτά την προσχώρηση της πόλης στο καντακουζηνικό στρατόπεδο. Οι Ζηλωτές, ωστόσο, δεν είχαν πει την τελευταία τους λέξη. Με νέο ηγέτη τον Ανδρέα Παλαιολόγο, αρχηγό της μαχητικής συντεχνίας των «παραθαλασσίων», την οποία αποτελούσαν άτομα χαμηλής κοινωνικής προέλευσης που εργάζονταν στο λιμάνι, ανασυγκροτήθηκαν και καλούσαν το «δήμο» της Θεσσαλονίκης να εξεγερθεί εναντίον της αριστοκρατίας. Τα εξεγερτικά μηνύματα βρήκαν απήχηση στην αντιαριστοκρατική συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων. Ο «δήμος», καθοδηγούμενος από τους Ζηλωτές, κατευθύνθηκε προς την ακρόπολη της Θεσσαλονίκης, όπου είχε στήσει το αρχηγείο του ο Απόκαυκος και είχαν καταφύγει αρκετά μέλη της αριστοκρατίας. Η φρουρά της Θεσσαλονίκης αρνήθηκε να υψώσει τα όπλα εναντίον των συμπατριωτών τους και το οργισμένο πλήθος, αφού έβαλε φωτιά στις πύλες, εισέβαλε στην ακρόπολη. Ο Ιωάννης Απόκαυκος και περίπου εκατό υποστηρικτές του συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Την επόμενη μέρα διαδόθηκε η φήμη ότι οι φυλακισμένοι είχαν αποδράσει και είχαν θέσει υπό τον έλεγχο τους την ακρόπολη.


Ο δήμος εξοργισμένος πήρε τα όπλα και άρχισε να κατευθύνεται προς τα εκεί με άγριες διαθέσεις. Η επίδειξη των αιχμαλώτων, γυμνών και ταπεινωμένων πάνω στα τείχη, δεν ήταν ικανή να κατασιγάσει την οργή των εξεγερθέντων. Με πρώτο τον Απόκαυκο οι αιχμάλωτοι ρίχτηκαν από τα τείχη, για να κατακρεουργηθούν στη συνέχεια από το μανιασμένο πλήθος. Ο Ανδρέας Παλαιολόγος παρά την αντίθεσή του αδυνατούσε να ελέγξει την κατάσταση. Οι ταραχές συνεχίστηκαν σε όλη την πόλη, όπου αναφέρονται φόνοι και λεηλασίες σε βάρος της αριστοκρατίας.
Οι Ζηλωτές σχετικά γρήγορα ανέκτησαν τον έλεγχο της κατάστασης και με επικεφαλής τον Ανδρέα Παλαιολόγο επανήλθαν στην εξουσία, ενώ η Κωνσταντινούπολη απέστειλε λίγο αργότερα ως συνδιοικητή του τον Αλέξιο Μετοχίτη.
Για τα επόμενα χρόνια και μέχρι την πτώση τους οι Ζηλωτές κυβέρνησαν τη Θεσσαλονίκη ως σχεδόν αυτόνομη πολιτεία, Σε αυτό συνετέλεσε η χαλαρή σύνδεση της πόλης με το αυτοκρατορικό κέντρο, εξαιτίας αφ’ ενός της σερβικής επέκτασης που συντελείται το ίδιο διάστημα στη Μακεδονία και αφ’ ετέρου της προέλασης του Καντακουζηνού στη Θράκη. Ωστόσο, η τάση για αυτονόμηση φαίνεται να ήταν και πολιτική επιλογή της ζηλωτικής διοίκησης τουλάχιστον μετά το 1347, οπότε ο Καντακουζηνός εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη και κατέλαβε ιη θέση του συμβασιλέα στο πλευρό του νεαρού αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου.

Ο Γρηγόριος Παλαμάς, μετέπειτα άγιος της Ορθοδοξίας, εμποδίστηκε, παρά την εκλογή του, να καταλάβει τη θέση του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και κατηγορήθηκε ως άνθρωπος του Καντακουζηνού, μια ενέργεια σαφώς δηλωτική για τις αυτονομιστικές προθέσεις των Ζηλωτών. Παράλληλα οι Ζηλωτές επιδίδονται σε ένα λεπτό διπλωματικό παιχνίδι υποσχέσεων και απειλών, προκείμενου να κρατήσουν σε απόσταση από την επικράτειά τους τόσο τούς Σέρβους, που έχουν πλέον υπό την κυριαρχία τους όλη την υπόλοιπη Μακεδονία, όσο και τον Καντακουζηνό. Αργότερα ο Καντακουζηνός προσπάθησε να προσεγγίσει τους Ζηλωτές αναγνωρίζοντας τον Ανδρέα Παλαιολόγο ως άρχοντα της Θεσσαλονίκης και προσφέροντας προνόμια για την πόλη και τούς διοικούντες. Ωστόσο, ο ηγέτης των Ζηλωτών σε δημοσία τελετή κατέκαψε τα έγγραφα που παραχωρούσαν τις παραπάνω ευεργεσίες, δίνοντας ένα σαφές μήνυμα.
Σταδιακά, ωστόσο, οι Ζηλωτές χάνουν τα ερείσματα τους στο «δήμο» της πόλης. Η μακρόχρονη αποκοπή της Θεσσαλονίκης από την αγροτική ενδοχώρα της, λόγω της σερβικής περικύκλωσης, θα πρέπει να είχε αρνητική επίπτωση στο βιοτικό επίπεδο των λαϊκών στρωμάτων, που έπαψαν πλέον να ελπίζουν στους Ζηλωτές, Ο Αλέξιος Μετοχίτης, θεωρώντας αδιέξοδη την πολιτική των Ζηλωτών, άρχισε να ενεργεί για την ανατροπή τους! Αφού κέρδισε τη στήριξη σης αριστοκρατικής αντιπολίτευσης και της φρουράς, στα τέλη του 1349 επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον του Ανδρέα Παλαιολόγου και της συντεχνίας των παραθαλασσίων, που αποτελούσαν τη δύναμη κρούσης των Ζηλωτών. Έπειτα από σύντομη μάχη επικράτησε και ο Ανδρέας Παλαιολόγος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη. Οι Ζηλωτές συνέχισαν για ένα διάστημα να παίζουν ρόλο στα κοινά και μάλιστα καταγγέλλονται από τον Καντακουζηνό ότι ενεργούσαν για την παράδοση της πόλης στους Σέρβους. Το φθινόπωρο του 1350 ο Καντακουζηνός με τη συνοδεία του Ιωάννη Ε’ εισήλθε στη Θεσσαλονίκη και προχώρησε σε οριστική εκκαθάριση των Ζηλωτών. Διέταξε τη φυλάκιση των πιο επιφανών Ζηλωτών, ενώ οι υπόλοιποι απελάθηκαν από την πόλη.

Το «κίνημα των Ζηλωτών», όπως έχει επικρατήσει να ονομάζονται στη σύγχρονη βιβλιογραφία τα παραπάνω γεγονότα, αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις ταξικής πάλης στο πλαίσιο της βυζαντινής ιστορίας. Οι λαϊκές τάξεις της Θεσσαλονίκης συγκρούονται συνεχώς με την αριστοκρατία και, για περίπου οκτώ χρόνια, δρομολογούν τις εξελίξεις στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας. Η εξουσία των Ζηλωτών, λόγω έλλειψης οργανωμένης στρατιωτικής δύναμης, βασίστηκε κυρίως στην υποστήριξη των κοινωνικά χαμηλών στρωμάτων.
Όποτε ο «δήμος» αίρει την υποστήριξη του, το καθεστώς των Ζηλωτών κλονίζεται και οι ηγέτες τους υιοθετούν εκ νέου αντιαριστοκρατική ρητορική και πρακτική, προκείμενου να ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη του. Οι ηγέτες των Ζηλωτών, όμως, δεν ανήκουν στις κατώτερες τάσεις. Αντίθετα, υπάρχουν στοιχεία στις πηγές που μας υπαγορεύουν να τους κατατάξουμε στην αριστοκρατία της Θεσσαλονίκης. Άλλωστε, η πολιτικά αδιαμόρφωτη αντιαριστοκρατική αντίληψη των λαϊκών στρωμάτων, ίδιον του Μεσαίωνα, δεν επέτρεπε την αυτόνομη οργάνωση τους και κατά συνέπεια τη διαμόρφωση ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Οι Ζηλωτές προσπαθούν να περιορίσουν το ρόλο της αριστοκρατικής αντιπολίτευσης που στέκεται εμπόδιο στην εξουσία τους, δεν επιδιώκουν, όμως, την ανατροπή της τάξης πραγμάτων. Ο ρόλος της αριστοκρατίας ως άρχουσας τάξης δεν αμφισβητείται. Όταν η αριστοκρατία δέχεται ουσιαστικό και καθολικό πλήγμα το 1345, αυτό δεν γίνεται κατόπιν εντολής του Ανδρέα Παλαιολόγου, αλλά ακριβώς γιατί ο έλεγχος της κατάστασης ξεφεύγει από τα χέρια του τελευταίου.


ΠΗΓΗ http://spacezilotes.wordpress.com

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ 1925


Ο στρατηγός Νίδερ και αριστερά του ο συνταγματάρχης Θ. Πάγκαλος, σε παρατηρητήριο κοντά στο Στρυμόνα.


Προκλήθηκε με αφορμή ένα μικρό συνοριακό επεισόδιο. Είχε διάρκεια μιας εβδομάδας και μικρές απώλειες (50 άνδρες).

Οι ελληνοβουλγαρικές σχέσεις, οι οποίες μετά τον Β' Βαλκανικό Πόλεμο γνώρισαν ελάχιστα διαλείμματα βελτίωσης, είχαν ενταθεί λόγω της δράσης των κομιτατζήδων σε ελληνικά εδάφη, με την ενθάρρυνση της βουλγαρικής κυβέρνησης και απώτερο σκοπό την αυτονόμηση της ελληνικής Μακεδονίας.


Στις 18 Οκτωβρίου 1925 ένας έλληνας στρατιώτης που υπηρετούσε σε συνοριακό φυλάκιο στη θέση Δεμίρ Καπού, κοντά στο Μπέλες, κυνηγώντας τον σκύλο του πέρασε τη συνοριακή γραμμή και σκοτώθηκε από τα πυρά ενός βούλγαρου σκοπού. Στη συνέχεια, από την ανταλλαγή πυρών μεταξύ των ανδρών των δύο φυλακίων, έχασαν τη ζωή τους δύο έλληνες στρατιώτες και ο λοχαγός - διοικητής τους.


Μέσα στο ασταθές πολιτικό κλίμα της εποχής, ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος διέταξε την εισβολή ελληνικών δυνάμεων στη Βουλγαρία, παρά τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις ελλήνων και ξένων διπλωματών. Ο δικτάτορας πίστεψε ότι το συνοριακό επεισόδιο αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου εισβολής. Έδωσε εντολή στο Γ' Σώμα Στρατού να εισβάλει στο βουλγαρικό έδαφος και να καταλάβει το Πετρίτσι, κέντρο δράσεως των κομιτατζήδων. Όντως, οι Ελληνικές δυνάμεις εισέβαλαν και έκαψαν μερικά βουλγαρικά χωριά. Παράλληλα, επιδόθηκε στη βουλγαρική κυβέρνηση ελληνική διαμαρτυρία με την απαίτηση: α) να ζητήσει η Βουλγαρία από την Ελλάδα συγγνώμη, β) να τιμωρηθούν οι ένοχοι, γ) να καταβληθεί στην Ελλάδα αποζημίωση 2 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων.


Η Βουλγαρία, από την πλευρά της, προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών, τον ΟΗΕ της εποχής, και κατάφερε ώστε το Συμβούλιο να ζητήσει άμεση διακοπή των εχθροπραξιών και την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από τα βουλγαρικά εδάφη.


Ενόψει ενός γενικευμένου πολέμου, το Γενικό Επιτελείο συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχαν πυρομαχικά και εξοπλισμός, καθώς σχεδόν το σύνολο του βαρέως εξοπλισμού και των πυρομαχικών του ελληνικού Στρατού είχε εγκαταλειφθεί στη Μικρά Ασία. Ζητήθηκε εσπευσμένα η βοήθεια της Σερβίας, η οποία σε αντάλλαγμα πήρε την Ελεύθερη Ζώνη στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης κι ένα «διάδρομο» με τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Γευγελής. Λίγο αργότερα, ο Πάγκαλος ανετράπη και η νέα κυβέρνηση επαναδιαπραγματεύθηκε τη συμφωνία, με αποτέλεσμα οι Σέρβοι να πάρουν τελικά μόνο την Ελεύθερη Ζώνη στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.


Η Κοινωνία των Εθνών συγκρότησε διεθνή ανακριτική επιτροπή υπό τον άγγλο διπλωμάτη σερ Χόρας Ράμπολντ για να εξετάσει τις ευθύνες των δύο κρατών και να αποφασίσει σχετικά. Στις 28 Νοεμβρίου η επιτροπή Ράμπολντ υπέβαλε το πόρισμά της, το οποίο υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο. Σύμφωνα με αυτό, η ευθύνη βάρυνε τελικά την Ελλάδα, η οποία όφειλε να καταβάλει στη Βουλγαρία αποζημίωση 45.000 αγγλικών λιρών, ενώ η Βουλγαρία υποχρεώθηκε να αποζημιώσει την οικογένεια του έλληνα λοχαγού Χαράλαμπου Βασιλειάδη, που σκοτώθηκε από τα πυρά των βούλγαρων συνοριακών φρουρών. Μάλιστα, η Αγγλία απείλησε ότι εάν η Ελλάδα δεν αποδεχόταν την απόφαση δεν θα δίσταζε να χρησιμοποιήσει το στόλο εναντίον της.


Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε για την ανισότητα της μεταχείρισης, σε σχέση με εκείνη της Ιταλίας, όταν δυνάμεις της κατέλαβαν για λίγο την Κέρκυρα, το 1923, ως αντίποινα για το φόνο του ιταλού στρατηγού Ενρίκο Τελλίνι, ο οποίος επιθεωρούσε τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όμως, μεγάλη ήταν η ευθύνη του δικτάτορα Πάγκαλου, ο οποίος δεν κατανόησε τις διεθνείς εξελίξεις και τις μεθόδους της διπλωματίας.

ΠΗΓΗ http://istorikesmaxes.blogspot.gr

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΗΣ ΝΑΥΠΗΓΗΣΗΣ ΦΡΕΓΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ (1824)




Το σκάνδαλο ναυπήγησης των φρεγατών αποτελεί ένα από τα πρώτα μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα στην νεώτερη ιστορία του ελληνικού κράτους έχοντας άμεση σχέση με την διαχείριση του αγγλικού δανείου του 1824. Επρόκειτο για μια εμπορική σύμβαση μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των Αμερικανών ναυπηγών σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα παρήγγειλε μια σειρά ατμοκίνητων πολεμικών πλοίων μεταξύ των οποίων και δύο φρεγάτες. Κατά τη διάρκεια όμως της ναυπήγησης οι Αμερικανοί ναυπηγοί χρησιμοποιώντας την εκεί νομοθεσία καθώς και άλλα αθέμιτα μέσα απαίτησαν μεγαλύτερα από τα ήδη συμφωνημένα ποσά καθυστερώντας την ναυπήγηση των πλοίων. Τελικά, ύστερα από παρέμβαση της ίδιας της αμερικανικής κυβέρνησης, κατέστη δυνατό να παραδοθεί μια μόνο φρεγάτα (Ελλάς). Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης στις ΗΠΑ, Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, ο οποίος κατηγορήθηκε οτι εξαγοράστηκε από τους Αμερικανούς.
Η καθυστέρηση της ναυπήγησης είχε ως αποτέλεσμα την μη ενίσχυση της άμυνας του Μεσολογγίου καθώς και την εξάντληση μεγάλου μέρους του αγγλικού δανείου. Για την ναυπήγηση της μιας φρεγάτας υπολογίζεται ότι το κόστος ανήλθε στα 750.000 δολλάρια, δηλαδή λίγο διπλάσιο από το αρχικά συμφωνημένο ποσό.
Η φρεγάτα ΕΛΛΑΣ


Παραγγελία και καθυστέρηση

Οι ανάγκες του εθνικού αγώνα επέβαλαν την ισχυροποίηση του εθνικού στόλου. Ο Άστινγκς είχε προτείνει να κατασκευαστεί ατμοκίνητος πολεμικός στόλος ενώ και ο Ανδρέας Μιαούλης ζητούσε επίμονα την ενίσχυση του στόλου. Έτσι αποφασίστηκε το ποσό του δεύτερου δανείου του Λονδίνου να αφιερωθεί στο εξοπλισμό ενός ατμοκίνητου στόλου. Στις 24 Αυγούστου 1824 η επιτροπή του Λονδίνου, ύστερα από απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για την αγορά 8 φρεγατών των 18 πυροβόλων προκειμένου να αυξηθεί η δυναμική του ελληνικού στόλου. Τα μέλη της επιτροπής, αφού ήρθαν σε επαφή με τον Ουίλιαμ Μπάγιαρντ, πρόεδρο του φιλελληνικού κομιτάτου στη Νέα Υόρκη και διευθυντή του ναυπηγικού συνεταιρισμού "Leroy, Bayard and Co", αποφάσισαν να στείλουν τον Γάλλο συνταγματάρχη Λαλεμάν στις ΗΠΑ για να κλείσει την συμφωνία. Τελικώς αποφασίστηκε η ναυπήγηση δύο φρεγατών των 50 κανονιών και έξι μικρότερων πλοίων σε διάστημε έξι μηνών έναντι 155.000 λιρών. Τα ναυπηγεία που θα αναλάμβαναν την παραγγελία ήταν των Λερόυ και Μπάγιαρντ καθώς και των αδερφών Χάουλαντ. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι οι Αμερικανοί, χωρίς να ενημερώσουν κανέναν αρμόδιο, διόρισαν τον Σώνσεϋ επιθεωρητή της κατασκευής των πλοίων με ετήσιο μισθό 12.000 δολάρια. Στις 15 Ιουνίου 1825 η επιτροπή του Λονδίνου, που διαχειριζόταν μέρος του δανείου, επικύρωσε την παραγγελία.
ΕΛΛΑΣ και ΚΑΡΤΕΡΙΑ
Τα αμερικανικά ναυπηγεία παράτυπα έδωσαν τις παραγγελίες σε άλλα ναυπηγεία ενώ παράλληλα έλαβαν τα χρήματα, τα οποία είχαν ζητήσει. Στη συνέχεια ειδοποίησαν την ελληνική κυβέρνηση ότι τα πλοία δεν θα μπορούσα να παραδοθούν πριν τον Νοέμβριο του 1825 επεκτείνοντας στη συνέχεια την αδυναμία παράδοσής τους για τα τέλη Μαρτίου 1826 Αργότερα δε απαίτησαν άλλες 50.000 λίρες προκειμένου να συνεχίσουν την ναυπήγηση. Αδυνατώντας η κυβέρνηση να βρει χρήματα για να ικανοποιήσει τους Αμερικανούς, αποφασίστηκε η αποστολή του τραπεζίτη Αλέξανδρου Κοντόσταυλου στη Νέα Υόρκη. Στη συνάντηση με τους Μπάγιαρντ και Χάουλαντ ο Κοντόσταυλος πληροφορήθηκε τις υπερβολικές απαιτήσεις τους, σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα όφειλε για την αποπεράτωση της μίας φρεγάτας 396.090 δολλάρια. Οι Αμερικανοί προχωρώντας ακόμα περισσότερα άρχισαν να εκβιάζουν τον Κοντόσταυλο επικαλούμενοι το άρθρο 3 ενός νόμου που είχε ψηφιστεί στις 20 Απριλίου 1818 και κατά το οποίο οποιοσδήποτε παράγγελνε στις ΗΠΑ την κατασκευή πλοίου, το οποίο στο μέλλον επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί από κράτος εναντίον άλλου κράτους, με το οποίο οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε ειρήνη αυτός καταδικαζόταν σε πρόστιμο και απειλείτο με φυλάκιση μέχρι τρία χρόνια. Η ελληνική κυβέρνηση βέβαια δεν γνώριζε για τον συγκεκριμένο νόμο. Έτσι οι Αμερικανοί εκβίασαν τον Κοντόσταυλο ζητώντας του επιπλέον 50.000 λίρες. Σε διαφορετική περίπτωση η κυβέρνηση θα κατείσχε τα πλοία ή αν δεν το έκανε, θα τα πουλούσαν σε δημοπρασία. Παρά τις όποιες προσπάθειες του Κοντόσταυλου, δεν κατέστη εφικτό να βρεθεί κάποια λύση. Απευθύνθηκε λοιπόν στον Έμετ, γνωστό δικηγόρο της Νέας Υόρκης, ο οποίος όμως καθόλου δεν τον βοήθησε καθώς διατηρούσε στενές επαφές με τον εμπορικό κύκλο της πόλης.
Έχοντας συστατική επιστολή του Αδαμάντιου Κοραή για τον Έβερετ, αντιπρόσωπο στο Κογκρέσο, ο Κοντόσταυλος επιδίωξε συνάντηση. Πράγματι ο Έβερετ, όχι μόνο ενδιαφέρθηκε για το θέμα, αλλά κατάφερε να κανονίσει συνάντηση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζον Κουίνσι Άνταμς. Με ενέργειες του τελευταίου το Κογκρέσο αποφάσισε την αγορά της μιας φρεγάτας έτσι ώστε να αφήσουν οι ναυπηγοί την άλλη να αποπλεύσει. Οι ναυπηγοί όμως πάλι δημιουργούσαν προβλήματα με αποτέλεσμα ο Κοντόσταυλος να προσφύγει στα δικαστήρια ζητώντας διαιτησία. Αν και αρχικά αρνήθηκαν, στο τέλος έκαναν δεκτό το αίτημα με βασικούς όρους η διατησία να γίνει στη Νέα Υόρκη και οι διαιτητές να κατάγονται από εκεί. Το συμφωνητικό υπογράφηκε στις 23 Ιουνίου 1826. Παράλληλα ο Κοντόσταυλος ζήτησε από τον υπουργό ναυτικών των ΗΠΑ να επισπεύσει την αγορά της μιας φρεγάτας.
Ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος
Η απόφαση του δικαστηρίου δεν ήταν θετική για την Ελλάδα. Ουσιαστικά δικαίωνε τους ναυπηγούς ζητώντας τους να μειώσουν τις απαιτήσεις τους από 396.090 σε 156.859 δολάρια. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Τζόνας Πρατς (Jonas Pratt) κατηγορήθηκε από τον ξένο τύπο, αλλά και από ιστορικούς , ότι είχε χρηματισθεί από τους ναυπηγούς προκειμένου να εκδώσει ευνοϊκή για αυτούς απόφαση. Οι εφημερίδες της εποχής αποδοκίμασαν την απόφαση ενώ οι "Times" της Νέας Υόρκης τον αποκάλεσαν ειρωνικά "Αμερικανό Σολομώντα". Από τις δύο φρεγάτες, η μια απέπλευσε για την Ελλάδα, και ονομάστηκε "Ελλάς", η δε άλλη που αγοράστηκε από το αμερικανικό κογκρέσο ονομάστηκε "Χόουπ". Σχετικά με το θέμα οι δικηγόροι της ελληνικής πλευράς, Τζων Ντουερ και Ρόμπερτ Σέντγουικ, δημοσίευσαν αναφορά για το θέμα με τίτλο: "An examination of the controversy between the Greek Deputies and two mercantile Houses of New York, together with a Review of the publications on the subject, etc: etc 1827".

Απόπλους και ανταρσία

Το πλοίο συνάντησε μια ακόμα δυσκολία για να αποπλεύσει καθώς χρειαζόταν εγγύηση 600.000 ταλήρων. Τελικά χάρις την βοήθεια του Ρόμπερτ Σέντγουικ συγκεντρώθηκε το ποσό και το πλοίο απέπλευσε από τη Νέα Υόρκη. Υπεύθυνοι για το ταξίδι ορίστηκαν οι υποπλοίαρχοι Φράνσις Γκρέγκορυ και Τζον Σμιθ. Το πλήρωμα αποτελείτο από 150 ναύτες, αν και ήταν προφανές οτι χρειαζόταν τουλάχιστον το διπλάσιο για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες. Η οικονομική όμως στενότητα ανάγκασε τον Κοντόσταυλο να μην προσλάβει άλλους ερχόμενος σε ρήξη με τον Φράνσις Γκρέγκορυ. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού πραγματοποιήθηκε στάση των ναυτών με αφορμή την απαγόρευση χορήγησης ποτού. Το πλοίο αφίχθη στο Ναύπλιο τον Δεκέμβριο του 1826, περίοδος δηλαδή έντονων παθών και αντιπαραθέσεων μεταξύ των πολιτικών ομάδων. Ο Κοντόσταυλος αναχώρησε για την Αίγινα προκειμένου να συναντήσει την διοικητική επιτροπή. Εν τη απουσία του ανακαλύφθη νέα συνωμοσία, τα μέλη της οποίας είχαν ως σκοπό να πουλήσουν το πλοίο στον Ιμπραήμ. Ο πλοίαρχος Γκρέγκορυ όμως αντιλαμβανόμενος εγκαίρως τις προθέσεις μέρους του πληρώματους τους συνέλαβε και τους έστειλε στον Έδουαρδ Μάσσωνα.
Στη συνέχεια η διοίκηση του σκάφους ανατέθηκε στον Ανδρέα Μιαούλη ενώ στο πλοίο βρισκόντουσαν ήδη ο αξιωματικός Ρόδιος με 30 στρατιώτες. Η διοικητική επιτροπή στην Αίγινα ευχαρίστησε τον Κοντόσταυλο για το έργο του και του προσέφερε 400 λίρες αποζημίωση για την διαμονή του στις ΗΠΑ.

                                                              ΦΡΕΓΑΤΑ ΕΛΛΑΣ
Χαρακτηριστικά
Ένταξη σε υπηρεσία 1826
Παροπλισμός 1 Αυγούστου 1831
Κατάληξη Πυρπολήθηκε
Γενικά Χαρακτηριστικά
Εκτόπισμα 1660 τόνων
Μήκος 180 πόδια
Πλάτος 45 πόδια
Οπλισμός 48 πυροβόλα των 16 λιβρών και 16 ολμοπυροβόλα (καρρονάδες) των 42 λιβρών
Έξοδα κατασκευής 750,000 δολάρια

Κατηγορίες κατά Κοντόσταυλου

Λίγα χρόνια μετά την επιστροφή του Αλέξανδρου Κοντόσταυλου στην Αθήνα, κατασκευάστηκε για λογαριασμό του ίδιου, κοντά στην πλατεία κλαυθμώνος, στο μέρος που βρίσκεται σήμερα το κτίριο της παλαιάς βουλής, ένα πολυτελέστατο μέγαρο, στο οποίο εγκαταστάθηκε ο Όθων και το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την στέγαση της βουλής και της γερουσίας μέχρι το 1854, οπότε και καταστράφηκε από πυρκαγιά. Το γεγονός αυτό δημιούργησε καχυποψίες στον λαό τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα την υπόληψη του Κοντόσταυλου. Μεγάλη μερίδα του κόσμου θεώρησε ότι τα χρήματα για την κατασκευή του μεγάρου προήλθαν από το αγγλικό δάνειο για την ναυπήγηση των πλοίων στην Αμερική. Υπάρχει μάλιστα και το εξής σατυρικό τετράστιχο.
Ο οίκος σου Κοντόσταυλε
μακρόθεν ομοιάζει
τρίκροτον εξ Αμερικής
εξ ού αυτός πηγάζει

Το 1835 επί Όθωνα, και συγκεκριμένα την εποχή της αντιβασιλείας, κατηγορήθηκε από τους εχθρούς του για διαφθορά τόσο για την ναυπήγηση των πλοίων όσο και την αγορά του νομισματοκοπείου. Εκ της κατηγορίας εκείνης καταδικάστηκε με την υπ'αριθμόν 175 απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1835 να επιστρέψει 174.000 δραχμές. Η καταδίκη αυτή τον εξανάγκασε να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου επέστρεψε στην Ελλάδα όπου μετά την επανάληψη της δίκης αποκαταστάθηκε πλήρως. Ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς θεωρεί ότι ο Κοντόσταυλος εξαγοράστηκε με μεγάλα χρηματικά ποσά από τους Αμερικανούς για να μην εφαρμόσει τις ρήτρες της συμφωνίας και ισχυρίζεται ότι έτσι βρήκε τα χρήματα για να κατασκευάσει το μέγαρο στην πλατεία κλαυθμώνος. Αντίθετα ο Ανδρέας Ανδρεάδης, ο οποίος ασχολήθηκε με την υπόθεση, δεν θεωρεί ότι ευσταθούν οι κατηγορίες κατά του Κοντόσταυλου, αντίθετα εξαίρει τον πατριωτισμό του και τη ευθυκρισία του.
Για την υπόθεση ο Κοντόσταυλος εξέδωσε το βιβλίο «Περί των εν Αμερική ναυπηγηθεισών φρεγατών και του εν Αιγίνη νομισματοκοπείου» (Πειραιάς 1855).

Επίλογος

Σχετικά με το όλο θέμα ο Γκόρντον παρατηρεί ότι στη δυτική πλευρά του Ατλαντικού οι Έλληνες βρήκαν πολύ πιο άτιμη μεταχείριση από μερικούς που προσποιούνταν τους φίλους τους, ο δε Ανδρεάδης ότι η τύχη για την επανάσταση θα ήταν διαφορετική αν εις τα εν Αγγλία σκάνδαλα δεν προσετίθεντο και τα εν Αμερική συμβάντα. Ο Τζορτζ Φίνλεϊ στο ιστορικό έργο του θεωρεί ότι η Ελλάδα ζημιώθηκε περισσότερο από εκείνους που ονομάζανε τους εαυτούς τους φιλέλληνες στην Αγγλία και την Αμερική. Ο Αμερικανός φιλέλληνας Χάου θεωρεί οτι 450.000 δολλάρια από τα 750.000 δολλάρια "φαγώθηκαν" από Αμερικανούς πολίτες.
Συνέπεια της καθυστέρησης της ναυπήγησης των πλοίων ήταν η μη ενίσχυση της άμυνας του Μεσολογγίου αλλά και η καθυστέρηση απόκτησης ατμοκίνητου στόλου. Για την ιστορία η φρεγάτα Ελλάς που τελικά κατάφερε να ναυπηγηθεί και να φτάσει στην Ελλάδα πυρπολήθηκε στα γεγονότα της ανταρσίας της Ύδρας (1831) από τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη και ενώ βρισκόταν αγκυροβολημένη στο ναύσταθμο στον Πόρο.

ΠΗΓΗ http://el.wikipedia.org

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

ΔΙΑΤΕΙΧΙΣΜΑ ΚΑΣΣΑΝΔΡΕΙΑΣ






Το διατείχισμα προστάτευε την πόλη της Κασσανδρείας που χτίστηκε από τους Μακεδόνες στη θέση της αρχαίας Ποτίδαιας.
Απομεινάρια του τείχους είναι ορατά σχεδόν σε όλο το μήκος της διώρυγας της Ποτίδαιας από την πλευρά της Χαλκιδικής και μέσα στο σημερινό χωριό. Όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες, ένα τμήμα του, στη δυτική πλευρά, βρίσκεται στη θάλασσα.

Ιστορία

Στη θέση της αρχαίας Ποτίδαιας, αποικίας των Κορινθίων στο λαιμό της χερσονήσου της Κασσάνδρας, η οποία καταστράφηκε από τον Φίλιππο το 357 π.Χ., ανίδρυσε ο Κάσσανδρος το 316 π.Χ. μία νέα πόλη, την Κασσάνδρεια. Η ελληνιστική αυτή πόλη εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Μακεδονίας, γνωρίζοντας μεγάλη άνθηση κατά την ρωμαιοκρατία και τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
Το 540 μ.Χ. καταστράφηκε από τους Ούννους και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ φρόντισε για την ανασύστασή της. Σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο, ο Ιουστινιανός, για να προστατέψει την πόλη και όλη τη χερσόνησο από τις βαρβαρικές επιδρομές, οχύρωσε το διατείχισμα που υπήρχε κατά μήκος του λαιμού της χερσονήσου και εκτεινόταν από το Θερμαϊκό ως τον Τορωναίο κόλπο : "το κατά την είσοδο διατείχισμα τοις επιβουλεύειν εθέλουσιν αμαχόν τε και ανανταναγώνιστον διεπράξατο διαφανώς είναι".
Οι επόμενες ιστορικές πληροφορίες που αφορούν στο διατείχισμα προέρχονται από το 15ο αιώνα, όταν ο τέως αυτοκράτορας Ιωάννης Ζ΄ Παλαιολόγος έγινε δεσπότης Θεσσαλονίκης και από το 1403 προχώρησε σε μεγάλης έκτασης ανακατασκευές του τείχους και στη διάνοιξη μίας τάφρου. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1424, οι Βενετοί επιχείρησαν νέες επισκευές στο τείχος, οι οποίες όμως φαίνεται ότι δεν ολοκληρώθηκαν.
Τελευταία χρήση του διατειχίσματος με πρόχειρες επισκευές και νέα διάνοιξη της τάφρου συντελείται στην Επανάσταση του 1821, όταν οι Χαλκιδικιώτες αγωνιστές οχυρώνονται σ' αυτή τη θέση, προκειμένου να συγκρατήσουν την επέλαση του Οθωμανικού στρατού.
Η εγκατάσταση προσφύγων από την Ανατολική Θράκη στο σημερινό οικισμό της Νέας Ποτίδαιας που χρησιμοποίησαν οικοδομικό υλικό από το αρχαίο τείχος, στη συνέχεια η διάνοιξη της διώρυγας και αργότερα η κατασκευή της πρώτης γέφυρας επέφεραν μεγάλες καταστροφές στο υπάρχον διατείχισμα, ενώ αλλοίωσαν δραστικά τον περιβάλλοντα χώρο.
 



 ΠΗΓΗ:http://www.kastra.eu      

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

ΚΟΚΚΑΛΙΑ 279 ΠΧ. ΕΚΕΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ΓΙΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

ΓΑΛΑΤΕΣ


 «Γαλάτες», ονομάζονταν στην αρχαιότητα οι κάτοικοι της περιοχής μεταξύ των Πυρηναίων και του Ρήνου. Η χώρα αυτή ήταν διηρημένη, πριν την Ρωμαϊκή εποχή, σε τρία (3) μέρη, ανάλογα με τους κατοίκους της : Στο Νοτιοδυτικό μέρος κατοικούσαν οι «Ακουιτανοί», στο Βόρειο οι «Βέλγες» και στο Ανατολικό οι «Κέλτες ή Κελτοί».


1 / Οι Ακουιτανοί στο Νοτιοδυτικό μέρος, διέφεραν από τους άλλους Γαλάτες όχι μόνο στην γλώσσα, αλλά και στον τρόπο ζωής (Στράβων Δ 1, 1 - 2, 1). Κατά τον Πτολεμαίο (Β - 7) οι Ακουιτανοί ήταν πολλές φυλές ήτοι: Πίκτονες, Σάντονες, Βιτούρνιγες, Τάρβελοι, Καδούρκοι, Ουασάτιοι, Γάβαλοι, Δάτιοι, Αρουέρνοι, Αύσκιοι, Ρουτανοί και οι Κουμουενοί. Κατά τον Διόδωρο, είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή αυτή και προϊστορικοί Έλληνες (Βοιωτοί κ.ά) και ότι την σημερινή πόλη «Αλησία» (Alise Bourgone) την έκτισε ο Ηρακλής (Διόδ.Ε΄23,2). Η Ακουιτανία, η οποία στα Λατινικά σημαίνει «χώρα των Υδάτων», κατακτήθηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα το 56 π.Χ.


2 / Οι Βέλγες, κατοικούσαν μεταξύ της Λουγδουνησίας, του Σηκουάνα ποταμού Νοτιοδυτικά της Μεγάλης Γερμανίας και του Ρήνου ποταμού Βορειοδυτικά της Ναρβωνησίας («Βελγική Κελτογαλατία»). Το Ανατολικό τμήμα της χώρας, προς τον Ρήνο ποταμό, ονομαζόταν Γερμανία, άνω και κάτω. Οι Βέλγες, ήσαν διηρημένοι σε δεκαπέντε φυλές (Ατριβάτιοι, Βελουακοί, Αμβιανοί, Τούγγροι, Σουβάνεκτοι, Ουερομάνδυες, Τριβηροί, Νέμητες, Λόγγωνες, Ελουήτιοι, Σηκουανοί, Ουέσονες, Ρημοί, Μενάπιοι, Ραυρικοί). Από όλους τους άλλους λαούς της Γαλατίας, αυτοί ήσαν οι ανδρειότεροι και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε μόνοι τους είχαν αποκρούσει την επιδρομή των Κίμβρων και των Τευτόνων. Τα μαλλιά τους ήταν μακριά και φορούσαν χονδρούς μανδύες, βράκες και χιτώνες οι οποίοι έφθαναν έως τους γλουτούς. Επίσης είχαν χονδρές μάλλινες κάπες που τις έλεγαν «λαίνες». Τα όπλα τους ήταν μεγάλα μαχαίρια λόγχες, τόξα, σφενδόνες, ασπίδες. Τα σπίτια τους ήταν καλύβες κατασκευασμένες από ξύλα και πλεγμένα κλαδιά δένδρων. Η τροφή τους ήταν το κρέας, κυρίως το χοιρινό και το γάλα. Οι Βέλγες ήταν απλοί άνθρωποι αλλά ταυτόχρονα βάρβαροι και αλαζονικοί. Στους θεούς τους πρόσφεραν ανθρωποθυσίες στις οποίες παρίσταντο πάντα οι «Δρυϊδες» και λάμβαναν χρησμούς από τον τρόπο που σφάδαζε το θύμα, όταν το κτυπούσαν στα νώτα του με το μαχαίρι. Σε άλλες περιπτώσεις, κατασκεύαζαν κάποιο άγαλμα από ξύλα και χόρτα και αφού έθεταν μέσα ζώα και ανθρώπους τα κατέκαιαν.  


3 / Οι Κέλτες ή Κελτοί, κατά τον Στράβωνα (Δ, 1, 13, 14), κατοικούσαν Ανατολικά των Ακουιτανών και του Κεμμένου όρους (από την Μασσαλία έως τις Άλπεις). Από αυτούς αργότερα οι Έλληνες της Μασσαλίας, ονόμασαν το σύνολο των Γαλατών Κελτούς. Κατά τον Πλούταρχο (Καμ. 15), οι Γαλάτες ανήκαν στο γένος των Κελτών. Αυτοί λόγω υπερπληθυσμού, εγκατέλειψαν την χώρα τους και έφθασαν στην Ιβηρία, την Ιταλία και τα έσχατα μέρη της Ευρώπης. Ο Πολύβιος (Β. 17), αναφέρει ότι παλαιότερα οι Κελτοί οι οποίοι είχαν σχέσεις με τους Τυρρηνούς της Β. Ιταλίας τους φθόνησαν εξ’ αιτίας της εύφορης χώρας τους και εισέβαλαν στις πεδιάδες του Πάδου. Οι Κελτοί ήταν άνθρωποι απλοί, αγράμματοι και εκτός από την κτηνοτροφία και την γεωργία αγνοούσαν παντελώς κάθε επιστήμη και τέχνη. Κατοικούσαν σε ατείχιστες πόλεις (οικισμούς) αγνοούσαν την επίπλωση και κοιμούνταν στο έδαφος. Ο Κων/νος  Παπαρρηγόπουλος, στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", αναφέρει: «…Οι λεγόμεναι Κελτοί ή Γαλάται, είναι αρχαιότατοι γνωστοί κάτοικοι των δυτικωτέρων της Ευρώπης χωρών, ήτοι της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας. Ενώ δε, καθό αποτελούντες κλάδον της Ινδογερμανικής φυλής, επήλθον ποτέ εις τας εσχατιάς του ημετέρου της γής μέρους, έπειτα, από της 6ης π.Χ εκατονταετηρίδος επώκησαν είς την Ισπανίαν, την Ουγγαρίαν, από της οποίας, κατά την 4ην π.Χ εκατονταετηρίδα, επεφάνησαν και είς τα βορειότερα της ημετέρας χερσονήσου…».


Οι Κέλτες ή Κελτοί κατά τους σύγχρονους ιστορικούς, που μελέτησαν τα διάφορα τοπωνύμια της Δυτικής Ευρώπης και την γλώσσα τους, είναι προφανώς προϊστορικός λαός. Αρχικά ήταν εγκαταστημένοι στη Νότια Γερμανία, μεταξύ των πηγών των ποταμών Ρήνου και Δουνάβεως. Την περίοδο 2000 -1700 π.Χ άρχισαν να εξαπλώνονται σε ολόκληρη την σημερινή Γαλλία και τις Βρετανικές Νήσους και αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι κάποιος λαός εισβολέων της περιόδου αυτής έθαπτε τους νεκρούς σε τύμβους. Η εξάπλωση αυτή συνεχίσθηκε και για τα επόμενα χίλια και πλέον έτη. Οι Πρωτοκέλτες ήλθαν σε σχέσεις με τους Βαλτοσλάβους και άλλους λαούς της Βαλτικής, ορισμένοι εκ των οποίων ήσαν ανθρωποφάγοι (Ανδροφάγοι).

[ Οι «Ανδροφάγοι» ήταν λαός της Βορ. Σκυθίας, Βόρεια των πηγών του Βορυσθένη και της ερήμου χώρας πάνω από αυτές, οι οποίοι ήταν διαφορετικής φυλής από τους άλλους Σκύθες. Κατά τον Ηρόδοτο (Δ.18,106), οι «Ανδροφάγοι» ήταν ο αγριότερος όλων των λαών, χωρίς νόμους και δικαιοσύνη, ομιλούσαν διαφορετική γλώσσα και ήσαν νομάδες ανθρωποφάγοι. Υποστηρίζεται από ορισμένους, ότι πρόκειται για λαό «Φιννικής καταγωγής» (Φιλλανδίας, Βαλτικής, Ουγγαρίας, Εσθονίας, Ουκρανίας, Σιβηρίας κ.λ.π), διότι οι «Φίννοι» ήσαν ανθρωποφάγοι μέχρι και τον δεύτερο αιώνα μ.Χ ].

Αυτό το «συνονθύλευμα» των φυλών, με κοινό όνομα «Γαλάτες» και με αρχηγό τους τον Βρέννο Β΄, τον 3ον αιώνα π.Χ αφού λεηλάτησαν την Ιλλυρία και την Σερβία, όπου ίδρυσαν εκεί και ένα μικρό Βασίλειο, εισέβαλαν στη Μακεδονία. Εκεί τους αντιμετώπισε ο Στρατηγός των Μακεδόνων Σωσθένης και δεν τους άφησε να εγκατασταθούν. Ο Βρέννος όμως, έχοντας ως στόχο το Μαντείο των Δελφών, όπου υπήρχαν πολλά χρήματα σε νομίσματα και αφιερώματα από άργυρο και χρυσό, στις κοινές συνεδριάσεις των διαφόρων φυλών προσπαθούσε μετά φορτικότητας να τους πείσει, πράγμα το οποίο πέτυχε το 279 π.Χ, να εκστρατεύσουν κατά της Ελλάδος. Ο πεζικός στρατός που συγκεντρώθηκε έφθανε τις 152.000, ο δε ιππικός στρατός μαζί με τους βοηθούς ιππείς ήταν περίπου 61.200, ήτοι συνολικός στρατός 213.200 περίπου. Στην εκστρατεία αυτή οι «Γαλάτες» συνάντησαν την οργανωμένη αντίσταση των Ελλήνων, που με κοινό αρχηγό τους τον Αθηναίο στρατηγό Κάλλιππο του Μοιροκλέους και περίπου 26.000 πεζικό στρατό και ικανό αριθμό πλοίων, είχαν λάβει θέση στο στενό των Θερμοπυλών. Η πρώτη ενέργεια των Ελλήνων ήταν η καταστροφή των γεφυρών του Σπερχειού ποταμού, ώστε να δυσκολευτεί το πέρασμα των Γαλατών. Όμως οι Γαλάτες, περνώντας νύχτα τον ποταμό Σπερχειό από ένα σημείο λιμνώδες (ρηχό και όχι ορμητικό) κολυμπώντας και χρησιμοποιώντας τις ασπίδες τους για σχεδίες, βρέθηκαν το πρωί στην απέναντι όχθη του Σπερχειού κοντά στην αρχαία πόλη Ηράκλεια. Στη συνέχεια, αφού λεηλάτησαν την Ηράκλεια και αφού διέταξαν τους ντόπιους κατοίκους να ξαναχτίσουν τις γέφυρες, επιτέθηκαν στις Ελληνικές δυνάμεις που είχαν πάρει θέσεις στο στενό των Θερμοπυλών. Στη σύγκρουση, που έγινε μέσα στο έλος που υπήρχε εκεί, οι Έλληνες αν και πολύ λιγότεροι αντιστάθηκαν με γενναιότητα και ανάγκασαν τους Γαλάτες να υποχωρήσουν. Ο Βρέννος προκειμένου να παρακάμψει τις Ελληνικές δυνάμεις, αλλά και για να εξαναγκάσει τους Αιτωλούς να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, ώστε ο πόλεμος να είναι ευκολότερος, σκέφθηκε να δημιουργήσει κυκλωτικό μέτωπο. Διέταξε τον Ορεστόριον και τον Κόμβουτιν, με ένα τμήμα με 40.000 πεζούς και 800 ιππείς, που ήδη είχαν περάσει το Σπερχειό ποταμό και είχαν στρατοπεδεύσει κοντά στην πόλη Ηράκλεια, να γυρίσουν πίσω και να χρησιμοποιήσουν τον αρχαίο δρόμο που συνέδεε τις Ράχες Τυμφρηστού με τα όρη Οξυά και Βαρδούσια, ώστε να βρεθούν πίσω στους Δελφούς. Στο μέτωπο των Θερμοπυλών παρέμεινε ο Ακιχώριος με 100.000 στρατό, ο ίδιος ο Βρέννος με 40.000 στρατό, επεχείρησε να διαβεί την Ανοπαία ατραπό (από την οποία σύμφωνα με τον Ηρόδοτο πριν 200 περίπου έτη ο «Εφιάλτης» οδήγησε τους Πέρσες) και να κατευθυνθεί εν συνεχεία στους Δελφούς, με σκοπό να λεηλατήσει το πλούσιο Μαντείο. Απέτυχαν όμως οι «Γαλάτες» του σκοπού τους, διότι οι Ελληνικές δυνάμεις τους περίμεναν σε όλα τα πολεμικά μέτωπα, όπου μετά από σκληρές μάχες τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν. Οι Έλληνες στις μάχες αυτές είχαν και θεϊκή βοήθεια, διότι εκτός από την μεγάλη κακοκαιρία που επικρατούσε εκείνες τις ημέρες, ξέσπασε και καταστρεπτικός σεισμός που δεν άφησε τίποτε όρθιο. Οι Γαλάτες κατατρομαγμένοι οπισθοχώρησαν και δεν υπέστησαν απλώς μία ήττα, αλλά υπέστησαν μία συντριβή και οριστική διάλυση. Σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ 23), περίπου έξι χιλιάδες φονεύθηκαν στη μάχη που έγινε στον Παρνασσό κοντά στους Δελφούς και πάνω από δέκα χιλιάδες χάθηκαν από τις κακουχίες και την πείνα.  


Το τμήμα των Γαλατών, 40.000 πεζικό και 800 ιππείς, με αρχηγούς τον Ορεστόριον και Κόμβουτιν, (που είχε περάσει τον Σπερχειό προς τα πίσω και είχε ακολουθήσει τον αρχαίο δρόμο Ράχες Τυμφρηστού, Οξυά, Κάλλιο, Μαντείο Δελφών), έφθασε μέχρι το "Κάλλιο". Εκεί συνάντησε μεγάλη αντίσταση από Ελληνικές δυνάμεις, που είχαν προλάβει να παραταχθούν και να φράξουν το δρόμο προς το Μαντείο των Δελφών, αναγκάσθηκε να οπισθοχωρήσει και να γυρίσει πίσω από τον ίδιο δρόμο, για να ενωθεί με το κύριο σώμα στρατού του στις Θερμοπύλες. Στην επιστροφή του όμως και στο σημείο που σήμερα ονομάζεται «Κοκκάλια», βρέθηκε αντιμέτωπο με τους κατοίκους της γύρω περιοχής οι οποίοι τους είχαν περικυκλώσει και με ότι μέσον είχαν, ακόντια, μαχαίρια, αξίνες, λοστούς, τσεκούρια, τους εξόντωσαν. Σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ. 22): «…από τους 40.800 βαρβάρους οι δυνηθέντες να σωθούν και να φθάσουν στο στρατόπεδο των Θερμοπυλών (Ηράκλεια) ήσαν ολιγώτεροι από τους μισούς…».


Την συντριβή εκείνη των Γαλατών, στον αρχαίο δρόμο που βρίσκεται στον «αυχένα» που συνδέει τις Ράχες Τυμφρηστού με την Οξυά, (πάνω από τους σημερινούς οικισμούς Πουγκάκια και Παλαιοχώρι), την μαρτυρούν ακόμη και σήμερα τα διάσπαρτα ανθρώπινα κόκαλα που υπάρχουν εκεί, σε έκταση πολλών στρεμμάτων, σε πάχος τριών δακτύλων, τριμμένα και ασπρισμένα από το πέρασμα του χρόνου. Παλαιότερα οι γεωργοί της περιοχής, κατά καιρούς ξέθαβαν με το αλέτρι τους ακόντια, κομμάτια από περικεφαλαίες και άλλα αντικείμενα που μαρτυρούν την πολεμική εξάρτηση των στρατιωτών εκείνης της εποχής. Από τα κόκαλα που υπάρχουν εκεί, σκορπισμένα σε έκταση πολλών στρεμμάτων, η τοποθεσία ονομάζεται «Κοκκάλια».


Την εκστρατεία των Γαλατών στην Ελλάδα μας την διέσωσε με πολύ σαφήνεια μέσα σε λίγες σελίδες ο Παυσανίας (110 μ.Χ - 180 .μ.Χ), ο οποίος συγκέντρωσε όλα εκείνα τα στοιχεία για την πορεία τους και έγραψε το μοναδικό και αθάνατο βιβλίο "Ελλάδος Περιήγησις" (ΦΩΚΙΚΑ). Από το βιβλίο αυτό, που δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση και τις σελίδες εκείνες που αναφέρονται στην εισβολή των Γαλατών στην Ελλάδα (Χ. 19 - 23), επέλεξα τα σημεία εκείνα που θα μας καταδείξουν τον δρόμο που ακολούθησαν οι Γαλάτες. (Η μετάφραση είναι του Α. Παπαθεοδώρου). 


α / Κεφ. 19 «…Δια την εκστρατείαν των Γαλατών κατά της Ελλάδος αναφέρω μερικά είς τα Αττικά μου γράφων περί του Βουλευτηρίου, ηθέλησα όμως να γράψω λεπτομερέστατα τα σχετικά με αυτούς, διότι το μεγαλύτερον κατόρθωμα των Ελλήνων κατά των Βαρβάρων συνετελέσθη εδώ. […] Τότε λοιπόν ο Βρέννος μετά φορτικότητος προσεπάθει και εις τας κοινάς συνεδριάσεις και είς τας ιδιαιτέρας συζητήσεις μετά των επισήμων Γαλατών, να τους πείσει να εκστρατεύσουν κατά της Ελλάδος, τονίζων την αδυναμίαν των Ελλήνων κατά την στιγμήν εκείνην και ότι υπήρχον πολλά χρήματα εις τα δημόσια ταμεία, περισσότερα όμως υπήρχαν είς τα ιερά, δηλαδή άργυρος και χρυσός είς νομίσματα, έπεισε λοιπόν τους Γαλάτες να επέλθουν κατά της Ελλάδος».

  

β / Κεφ. 20 «…Εναντίον όμως των βαρβάρων που ήλθον από τον Ωκεανόν συνεκεντρώθησαν εις τας Θερμοπύλας οι εξής Έλληνες: 10.000 οπλίτες και 500 ιππείς Βοιωτοί, 3000 πεζοί και 500 ιππείς Φωκείς, 700 πεζοί Λοκροί, 400 οπλίτες Μεγαρείς, 7.000 οπλίτες και 790 ψιλοί Αιτωλοί, 1000 πεζοί και 500 ιππείς Αθηναίοι και όλα τα κατάλληλα προς πλούν πλοία, 500 Μακεδόνες και 500 από την Αντιόχεια της Μ. Ασίας». 



γ / Κεφ. 21 «…Αφού λοιπόν επροχώρησαν είς την Ηράκλειαν – εν τω μεταξύ είχαν μάθει από αυτομόλους πόσοι από κάθε πόλιν είχον συγκεντρωθεί είς τας Θερμοπύλας – επεριφρόνησαν τους Έλληνας και την επομένην ήρχισεν η μάχη. […] Επειδή λοιπόν οι Κέλται υπέφερον περισσότερον από όσον είναι δυνατόν να περιγραφή και επειδή εις το στενόν εκείνο μέρος δεν κατόρθωσαν μεγάλα πράγματα, έπασχαν όμως διπλάσια και τετραπλάσια κακά, οι αρχηγοί τους έδωσαν σύνθημα υποχωρήσεως είς το στρατόπεδον. Εκείνοι οπισθοχωρούντες εν μέσω συγχύσεως και χωρίς καμμίαν τάξιν, πολλοί κατεπατήθησαν μεταξύ τους και πολλοί έπεσαν μέσα εις το τέλμα και εξηφανίσθησαν κάτω από την λάσπην…». 



δ / Κεφ. 22 «…Επτά ημέρας μετά την μάχην ένας λόχος των Γαλατών επεχείρησε να αναβή είς την Οίτην προς το μέρος της Ηράκλειας και είς το μέρος αυτό επίσης μία στενή ατραπός μετά τα ερείπια της Τραχίνος ανέρχεται προς το όρος. Την ατραπόν εφύλαττον οι Φωκείς με τον Τελέσαρχον. […] διότι έβλεπαν ότι αι τωριναί επιχειρήσεις των δεν επήγαιναν καθόλου καλά, ο Βρέννος όμως εσκέφθη ότι, αν εξηνάγκαζε τους Αιτωλούς να επιστρέψουν είς την πατρίδα τους Αιτωλίαν, τότε θα του ήτο ευκολώτερος ο πόλεμος κατά των Ελληνων. 

Απέσπασε λοιπόν από τον στρατόν του τεσσαράκοντα χιλιάδας πεζών και οκτακοσίους περίπου ιππείς και ώρισεν ως αρχηγούς αυτών τον Ορεστόριον και τον Κόμβουτιν, οι οποίοι διήλθον πάλι τας γεφύρας του Σπερχειού πρός τα οπίσω, εβάδισαν δια μέσου της Θεσσαλίας και εισέβαλαν είς την Αιτωλίαν. Ο Ορεστόριος και ο Κόμβουτις ήσαν εκείνοι οι οποίοι διέπραξαν τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα απ’ όσα εξ ακοής γνωρίζομεν και δεν ομοιάζουν καθόλου με άλλα τολμηρά κακουργήματα των ανθρώπων. Έσφαξαν κάθε αρσενικόν άνθρωπον, χωρίς διάκρισιν γερόντων ή νηπίων επί των μαστών των μητέρων τους, όσα έκ των νηπίων είχον γίνει παχύτερα με το γάλα, τα εφόνευον, έπιναν το αίμα τους και έτρωγαν το κρέας τους. 

Αι γυναίκες και όσαι από τάς παρθένους ήσαν είς ώραν γάμου, αι έχουσαι φιλότιμον, έσπευσαν να αυτοκτονήσουν καθ’ όν χρόνον εκυριεύετο η περιοχή. Οσας εύρον έν τη ζωή οι Γαλάται τας μεταχειρίσθησαν με παντός είδους εξευτελισμούς χρησιμοποιούντες μεγάλην βίαν, εφόσον δεν ησθάνοντο καμμίαν συμπόνιαν ή έρωτα. Όσαι γυναίκες εύρισκον τα μαχαίρια των Γαλατών, αυτοκτονούσαν με αυτά, δια δε τας άλλας δεν εβράδυνεν το μοιραίον λόγω της ασιτίας και τις αϋπνίας, διότι οι αγροίκοι βάρβαροι ασχημονούσαν επ’ αυτών συνεχώς ο ένας κατόπιν του άλλου, συνευρίσκοντο μάλιστα και με ψυχορραγούσας γυναίκας αλλά και με νεκράς ακόμη.

Οι Αιτωλοί επληροφορήθηκαν από αγγελιοφόρους διά τάς συμφοράς που τους είχαν εύρει και αμέσως εσήκωσαν τον στρατόν τους, όσον γρηγορώτερα ημπορούσαν, από τας Θερμοπύλας και έσπευσαν εις την Αιτωλίαν αποφασισμένοι να σώσουν τας μη καταληφθείσας εισέτι πόλεις. Και εις τας πατρίδας των κατετάσσοντο είς τον στρατόν οι ευρισκόμενοι εις στρατεύσιμον ηλικίαν, από όλας τας πόλεις και μαζί με αυτούς οι γέροντες, των οποίων την πολεμικήν διάθεσιν είχεν διεγείρει η κρίσιμος περίστασις.

Είς την εκστρατείαν μετείχον και αι γυναίκες εθελοντικά, διότι έπνεον μένεα κατά των Γαλατών, περισσότερον και από τους άνδρας. Οι βάρβαροι λεηλατήσαντες τας οικίας και τα ιερά, έκαψαν το Κάλλιον και ήρχισαν να επιστρέφουν από τον ίδιο δρόμον. […] Οι Αιτωλοί και αι Αιτωλαί γυναίκες παρατεταγμένοι κατά μήκος όλου του δρόμου έρριχναν ακόντια κατά των βαρβάρων και επειδή οι Γαλάται δεν είχον παρά τας ασπίδας του τόπου των, ολίγα ακόντια αποτύγχανον […] Διότι από τους 40.000 βαρβάρους οι δυνηθέντες να σωθούν και να φθάσουν εις το στρατόπεδον των Θερμοπυλών ήσαν ολιγώτεροι από τους μισούς.

[…] Εις τους Έλληνας που ευρίσκοντο εις τας Θερμοπύλας συνέβησαν κατά την ίδιαν εποχή τα εξής: Εις το όρος Οίτη υπάρχει υπεράνω της Τραχίνος μία ατραπός, κατά το μεγαλύτερον μέρος της είς απόκρημνον τόπον και φοβερά ανηφορική. Από τον δρόμον αυτόν υπέσχοντο οι Ηρακλεώται και οι Αινιάνες να οδηγήσουν τον Βρέννον, όχι από κακόβουλον διάθεσιν κατά των Ελλήνων, αλλά επειδή ενδιαφέροντο να φύγουν οι Κελτοί εκ της χώρας των και να μην μένουν περισσότερον εκεί και καταστρέφοντες αυτήν. Τότε λοιπόν η υπόσχεσις των Αινιάνων και Ηρακλεωτών εξεσήκωσε τον Βρέννον, ο οποίος άφησεν εις τον στρατόν τον Ακιχώριον, με διαταγήν να επιτεθούν και αυτοί μόλις ο Βρέννος κυκλώση τους Έλληνας. Εξέλεξε λοιπόν τεσσαράκοντα χιλιάδας στρατού και εβάδισε δια της ατραπού. Την ημέραν εκείνην συνέβη να πέση πυκνή ομίχλη εις το όρος και εξ αιτίας τούτου ο ήλιος ήτο σκοτεινός τόσον, ώστε οι Φωκείς οι οποίοι εφρούρουν την ατραπόν δεν αντελήφθησαν τους βαρβάρους επερχομένους παρά μόνον όταν επλησίασαν. Τότε οι Γαλάται ήρχισαν την μάχην, οι Φωκείς ανθίσταντο γενναίως…». 



ε / Κεφ. 23. Κατά του Βρέννου και στρατού του αντεστάθησαν και οι Έλληνες που συγκεντώθησαν εις τους Δελφούς, αλλά και ο Θεός έδειξε κατά των βαρβάρων πολύ γρήγορα τα σημεία του που ήσαν και τα πλέον φανερώτερα από όσα γνωρίζω. Διότι ολόκληρος η έκτασις της γής που κατελάμβανεν ο στρατός των Γαλατών, ετραντάζετο από ισχυρούς σεισμούς τας περισσοτέρας ώρας της ημέρας, έπιπτον δε συνεχώς κεραυνοί και γίνονται βρονταί…» 

[…] Κατά την μάχην εφονεύθησαν πολλοί από τους Φωκείς, μεταξύ αυτών και ο Αλεξίμαχος ο οποίος κατά την μάχην εφόνευσε τους περισσότερους βαρβάρους από όλους τους Έλληνες. Οι Φωκείς έκαμαν ανδριάντα του Αλεξιμάχου και τον έστειλαν εις τον Απόλλωνα των Δελφών…».

[…] Εις την Φωκίδα εφονεύθησαν κατά τας μάχας κατά τι ολιγώτεροι από έξ χιλιάδας Γαλάται, πλέον από δέκα χιλιάδας κατεστράφησαν κατά την παγεράν νύκτα και κατόπιν κατά τον πανικόν και τόσοι άλλοι εχάθησαν από την πείναν…».

[…] Ο Βρέννος είχεν ελπίδας να θεραπευθεί από τα τραύματα, λέγεται όμως ότι εκείνος επειδή εφοβείτο τους συμπολίτας του και περισσσότερον από την εντροπήν του, διότι ήτο αίτιος των συμφορών που έπαθαν εις την Ελλάδα, ηυτοκτόνησε πίνων άκρατον οίνον…». 


Σύμφωνα με την παραπάνω ιστορική περιγραφή του Παυσανία, που είναι η αυθεντική πηγή της βιβλιογραφίας, σχετικά με την εκστρατεία των Γαλατών στην Ελλάδα και τα πεδία των μαχών, προκύπτει σαφώς ότι τέσσερες (4) ήταν οι κυριότερες συγκρούσεις των Ελλήνων με τους Γαλάτες ήτοι:  

1 / Η πρώτη μεγάλη μάχη έγινε μέσα στο έλος του Σπερχειού ποταμού, μεταξύ των Θερμοπυλών και της Ηράκλειας. Στη μάχη συμμετείχαν όλες οι Ελληνικές δυνάμεις (26.000 περίπου), εκ των οποίων οι 7.790 ήταν Αιτωλοί. 

  

2 / Η δεύτερη μάχη έγινε επτά ημέρες μετά, πάνω από τα ερείπια της αρχαίας πόλης Τραχίνας, όταν ένας λόχος των Γαλατών προσπάθησε να ανέβει το όρος Οίτη, από ένα στενό μονοπάτι που φυλάσσετο από τους Φωκείς με αρχηγό τον Τελέσαρχον.



3 / Η τρίτη μάχη έγινε κοντά στους Δελφούς, όπου έλαβε μέρος και ο αρχηγός των Γαλατών Βρέννος με 40.000 στρατό. Είχαν φθάσει εκεί από ένα στενό μονοπάτι της Οίτης, το οποίο φυλάσσετο μεν από τους Φωκείς, αλλά λόγω της ομίχλης δεν αντελήφθησαν εγκαίρως τους Γαλάτες και αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την ατραπό. Η μεγάλη μάχη των Ελλήνων με τους Γαλάτες έγινε κοντά στους Δελφούς, κάτω από τα απότομα μέρη του Παρνασσού. Και στη μάχη αυτή ο κύριος στρατός των Ελλήνων ήταν Φωκείς, με τον μεγάλο ήρωά τους τον Αλεξίμαχο. Οι Έλληνες στη μάχη αυτή είχαν σύμμαχο τον Θεό αφού κατά την διάρκεια του πολέμου έγινε μεγάλος σεισμός και ολόκληροι βράχοι κατρακυλούσαν από τον Παρνασσό και μαζί με την κακοκαιρία που επικρατούσε οι Γαλάτες έπαθαν παράκρουση και εν συνεχεία μεγάλη πανωλεθρία και άρχισαν να αποχωρούν, για να φθάσουν στο στρατόπεδο τους στην Ηράκλεια. Ο ίδιος ο Βρέννος τραυματισμένος, δεν άντεξε την, μεγάλη καταστροφή που έπαθε ο στρατός του και αυτοκτόνησε. Σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ. 23): «…Εις την Φωκίδα εφονεύθησαν κατά τι ολιγώτεροι από έξ χιλιάδας Γαλάται, πλέον από δέκα χιλιάδας κατεστράφησαν κατά την παγεράν νύκτα και κατόπιν κατά τον πανικόν και άλλοι τόσοι εχάθησαν από την πείναν»].

προμαχούντων των Ευρυτάνων-Αιτωλών συνετρίβησαν οι Γαλάτες κατά κράτος! 279π.Χ.

4 / Και τέλος η τέταρτη μάχη, που είχε και τους περισσότερους νεκρούς Γαλάτες (22.000 περίπου), έγινε στα «Κοκκάλια», κατά μήκος του αρχαίου δρόμου Ράχες Τυμφρηστού – Οξυάς (πάνω από τα σημερινά χωριά Πουγκάκια και Παλαιοχώρι). Συγκεκριμένα, όταν οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν πήγαιναν καλά για τους Γαλάτες, (στην πρώτη μάχη που έγινε μέσα στο έλος του Σπερχειού ποταμού, στο στενό των Θερμοπυλών), ο αρχηγός τους ο Βρέννος σκέφθηκε να δημιουργήσει ένα κυκλωτικό μέτωπο, προκειμένου να διασπάσει και να εξασθενήσει τις Ελληνικές δυνάμεις. Γι'αυτό, διέταξε τον Ορεστόριον και τον Κόμβουτιν, με 40000 πεζικό και 800 ιππείς, να περάσουν πίσω τις γέφυρες του Σπερχειού και να ακολουθήσουν τον αρχαίο δρόμο (Ράχες Τυμφρηστού, Οξυά, Κάλλιο, Δελφοί), ώστε να βρεθούν πίσω από την Οίτη στους Δελφούς. Με το σχέδιο αυτό θα εξανάγκαζε τους 7.790 Αιτωλούς, που ήταν στις Θερμοπύλες, να επιστρέψουν στην πατρίδα τους την Αιτωλία και τότε θα αντιμετώπιζε με μεγαλύτερη ευκολία τον υπόλοιπο στρατό των Ελλήνων [«…Απέσπασε λοιπόν από τον στρατόν του τεσσαράκοντα χιλιάδες πεζών και οκτακόσιους περίπου ιππείς και ώρισεν ως αρχηγούς αυτών τον Ορεστόριον και τον Κόμβουτιν, οι οποίοι διήλθον πάλιν τας γεφύρας του Σπερχειού προς τα οπίσω, εβάδισαν δια μέσου της Θεσσαλίας (σημερινής Φθιώτιδας) και εισέβαλαν εις την Αιτωλίαν (σημερινή Ευρυτανία)…» (Παυσ. Χ.22)].
Το έμβλημα που υπάρχει στη στήλη, παρμένο από χρυσό Αιτωλικό νόμισμα εικονίζει την αιτωλή γυναίκα (γυναίκα του Καλλίου) να κάθεται περήφανη με υψωμένο το κοντάρι, πάνω σε σωρό γαλατικών ασπίδων.


[ Όπως είναι γνωστό το μεγαλύτερο μέρος των Αιτωλών, σε έκταση και πληθυσμό το αποτελούσαν οι Ευρυτάνες. Η πληροφορία αυτή μας παρέχεται από τον Θουκυδίδη, από τον οποίο επίσης γνωρίζουμε, ότι την Αιτωλία την αποτελούσαν οι Αποδοτοί, οι Οφιονοίς και οι Ευρυτάνες. Όσον αφορά τα όρια των Αιτωλών και Αινιάνων ήταν τα ίδια με τα σημερινά όρια Ευρυτανίας και Φθιώτιδας. Δηλαδή η κορυφογραμμή από τις Ράχες Τυμφρηστού μέχρι τα όρη Οξυά και Βαρδούσια (κατά μήκος του αρχαίου δρόμου, Ράχες Τυμφρηστού - Οξυά - Κάλλιο - Μαντείο των Δελφών). Το 279 π.Χ ολόκληρη η περιοχή που κατοικούσαν οι Αινιάνες ονομαζόταν "Επίκτητος Αιτωλία" και οι κάτοικοι (Αινιάνες) περιελαμβάνοντο στην "Αιτωλική Συμπολιτεία ή Αιτωλικό Κοινό". Αυτό προκύπτει από χρονολογία επιγραφής (Συλλογή Collitz 1431), που αναφέρει ο Ιωάννης Γ. Βορτσέλας στο βιβλίο του "Φθιώτις 1907", σελ. 86: "... Η χρονολογία της επιγραφής ταύτης δύναται χρονολογικώς να ταχθή πρό του 280 π.Χ του έτους δηλονότι καθ' ό οι Αινιάνες προσεχώρησαν εις το Κοινόν των Αιτωλών ...". Επίσης, ο Γεώργιος Σωτηριάδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1912 και έφορος αρχαιοτήτων, στο βιβλίο του αναφέρει: "... Η περί την Υπάτην χώρα ανήκεν εις τους Αινιάνας, οίτινες τότε, περί τα 279, περιελαμβάνοντο πλέον εις το Αιτωλικόν κοινόν..."Συνεπώς κατά την περίοδο του πολέμου υπήρχε κοινός στρατός μεταξύ των Αιτωλών και των Αινιάνων, οι δε κατηγορίες σε βάρος των Αινιάνων, ότι δηλαδή οδήγησαν τους Γαλάτες στην "Ανοπαία ατραπό" από την οποία εν συνεχεία θα κατευθύνονταν στους Δελφούς, προέρχονταν κυρίως από τους άσπονδους εχθρούς τους Φωκείς, αλλά και από τους συμμάχους τους Σπαρτιάτες. Οι Αινιάνες έτρεφαν θανάσιμο μίσος κατά των Σπαρτιατών επειδή συμμάχησαν με τους Φωκείς για να κυριαρχήσουν στο Μαντείο των Δελφών, αλλά και επειδή το 427 π.Χ μετά την διαμάχη τους με τους Μαλιείς, για την πόλη "Τραχίνα", οι Σπαρτιάτες εποίκισαν την πόλη, την ανοικοδόμησαν και της έδωσαν νέο όνομα "Ηράκλεια". Συνεπώς οι Αινιάνες με τους Ηρακλειώτες ήταν άσπονδοι εχθροί και δεν ήταν δυνατόν να συμμαχήσουν και να προσφέρουν βοήθεια στους Γαλάτες, άν υπήρξε βοήθεια προς τους Γαλάτες, υπήρξε μόνο από μέρους των Ηρακλειωτών, όταν υποχρεώθηκαν να ξαναχτίσουν τις γέφυρες του Σπερχειού, κάτι που έκαναν με μεγάλη προθυμία, προκειμένου να απαλλαγούν όσο το δυνατόν ταχύτερα από την παρουσία των Γαλατών στην περιοχή τους. Άλλωστε η μάχη στον ποταμό Σπερχειό έγινε σε περιοχή των Ηρακλειωτών, κοντά στην πόλη Ηράκλεια και όχι σε περιοχή των Αινιάνων, οι οποίοι όπως είναι γνωστό κατοικούσαν στην ορεινή περιοχή και κυρίως από τις πλαγιές του Ίναχου μέχρι και τις πηγές του Σπερχειού στις παρυφές του Τυμφρηστού ]. 

Οι Γαλάτες πέρασαν τις γέφυρες του Σπερχειού προς τα πίσω, βάδισαν την (Θεσσαλία) σημερινή Φθιώτιδα (Νότια του Δομοκού και στροφή Δυτικά μέχρι την κορυφογραμμή) και έτσι εύκολα βρέθηκαν στην Αιτωλία, την σημερινή Ευρυτανία. Στη συνέχεια ακολούθησαν Νότια τον αρχαίο δρόμο που υπήρχε εκεί και από τη Ράχη Τυμφρηστού – Οξυά έφθασαν μέχρι το "Κάλλιο", με τελικό στόχο το Μαντείο των Δελφών (Βλ. Συν. Χάρτη με τον αρχαίο δρόμο και την πορεία των Γαλατών). Κατά την πορεία, η οποία πρέπει να είχε διάρκεια αρκετών ημερών, προκάλεσαν την απερίγραπτη φρίκη, με τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα που διέπραξαν στον άμαχο πληθυσμό και ειδικότερα στα μικρά παιδιά και τις γυναίκες, όπως διηγείται ο Παυσανίας και αναφέρθηκαν λεπτομερώς παραπάνω. Οι Αιτωλοί στρατιώτες που βρίσκονταν στις Θερμοπύλες, όταν πληροφορήθηκαν από αγγελιοφόρους, τα εγκλήματα και τις καταστροφές που προξενούσαν οι Γαλάτες στην Αιτωλία, έσπευσαν αμέσως στην πατρίδα τους. Κήρυξαν γενική επιστράτευση και ξεσήκωσαν όλους τους κατοίκους που μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια τους τσεκούρια, μαχαίρια, ακόντια, ρόπαλα, αξίνες κ.λ.π, για να αντιμετωπίσουν τους βαρβάρους και αιμοβόρους Γαλάτες. [«…Κατετάσσοντο είς τον στρατόν οι ευρισκόμενοι εις στρατεύσιμον ηλικίαν και μαζί με αυτούς οι γέροντες […] Εις την εκστρατείαν μετείχον και αι γυναίκες εθελοντικά, διότι έπνεον μένεα κατά των Γαλατών περισσότερο και από τους άνδρας…» (Παυσ. Χ. 22)]


Οι Γαλάτες, με αρχηγούς τους τον Ορεστόριον και τον Κόμβουτιν, όταν έφθασαν στο "Κάλλιο" συνάντησαν αντίσταση από τους Αιτωλούς, που εν τω μεταξύ είχαν φθάσει από τις Θερμοπύλες, καθώς και από ένα μικρό τμήμα Πατρινών που ήλθαν προς βοήθεια των Αιτωλών. Τότε οι Γαλάτες, αφού λεηλάτησαν και έκαψαν το "Κάλλιο", οπισθοχώρησαν και έκαναν το μοιραίο λάθος να επιστρέψουν από τον ίδιο δρόμο (αντίστροφα), από το Κάλλιο προς την Οξυά - Ράχη Τυμφρηστού, για να φθάσουν εν συνεχεία στο στρατόπεδο τους στην Ηράκλεια κοντά στις Θερμοπύλες [«…λεηλατήσαντες τας οικίας και τα ιερά, έκαψαν το Κάλλιο και ήρχισαν να επιστρέφουν από τον ίδιο δρόμον…» (Παυσ. Χ.22)]. Στην επιστροφή όμως σε ένα τμήμα του αρχαίου δρόμου, που σήμερα ονομάζεται «Κοκκάλια», τους περίμενε ένα πλήθος μανιασμένων αμάχων πολιτών, με περισσότερο μανιασμένες τις γυναίκες, γιατί αυτές υπέστησαν τους πιο μεγάλους εξευτελισμούς. [«…Οι Αιτωλοί και αι Αιτωλαί γυναίκες παρατεταγμένοι κατά μήκος όλου του δρόμου έρριχναν ακόντια κατά των βαρβάρων και επειδή οι Γαλάται δεν είχον παρά μόνο τας ασπίδας του τόπου των, ολίγα ακόντια αποτύγχανον. Όταν τους κατεδίωκον, οι Αιτωλοί ευκόλως εξέφευγον και αμέσως τους εκτυπούσαν εκ νέου […] Διότι από τους 40.800 βαρβάρους οι δυνηθέντες να σωθούν και να φθάσουν εις το στρατόπεδον των Θερμοπυλών ήσαν ολιγώτεροι από τους μισούς…» (Παυσ. Χ 22)]. Ο Παυσανίας - ίσως σκόπιμα - δεν αναφέρει τον αριθμό των νεκρών Ελλήνων. Πρέπει όμως να θεωρήσουμε βέβαιο πώς δεν έφθασαν τον αριθμό των Γαλατών, διότι επρόκειτο για πολύ λιγότερο σε αριθμό άμαχο πληθυσμό (παιδιά που ευρίσκονταν σε στρατεύσιμη ηλικία, γέροντες και γυναίκες), κατοίκων της γύρω από τα «Κοκκάλια» περιοχής. 


Οι διασωθέντες Γαλάτες απέδωσαν την ήττα τους στους «Γκαρντίστ», που σημαίνει στα Ελληνικά «Εθνοφύλακες», δηλαδή το στρατιωτικό σώμα που συγκροτείται από απλούς πολίτες, για την ασφάλεια της περιοχής από εσωτερικό ή εξωτερικό κίνδυνο. Ίχνη αυτής της Εθνοφυλακής – Εθνοφρουράς, είναι και οι εναπομείναντες λαξευμένοι λιθόπλινθοι (1,50 μήκος, 0,60 ύψος, 0,60 πλάτος) που είναι υπολείμματα αρχαίου οχυρωματικού τείχους και βρίσκονται σήμερα στο «Γαρδίκι Ομιλαίων», που απέχει 5 - 6 χιλιόμετρα από το πεδίο της μάχης στα «Κοκκάλια»Στην περιοχή αυτή υπήρχαν στην αρχαιότητα οικισμοί μικροί σε πληθυσμό και επειδή δεν διέθεταν τις προϋποθέσεις για την εκλογή αντιπροσώπου, στο "Κοινό των Αινιάνων" αρχικώς και εν συνεχεία στο "Κοινό των Αιτωλών" (Αιτωλική Συμπολιτεία), συνενώθηκαν σε Όμιλο και εξέλεγαν από κοινού τους αντιπροσώπους τους. Σύμφωνα με τους αρχαίους Χάρτες (Βλ. Σελίδα Χάρτες), στην περιοχή αυτή όπου σήμερα βρίσκονται τα Πουγκάκια, το Παλαιοχώρι και το Γαρδίκι Ομιλαίων, απεικονίζεται η αρχαία πόλη "Όμιλαι" (ή όμιλος των μικρών οικισμών). Αυτή η αρχαία πόλη "Όμιλαι" (η Όμιλος των μικρών οικισμών), για την προστασία της από τους εξωτερικούς εχθρούς, είχε καλή οχύρωση με οχυρωματικό τείχος και ενδιάμεσους πύργους, όπου κατεύφευγαν εκεί οι κάτοικοι σε στιγμές κινδύνου. Το όνομα «Γκαρντίστ» = Γαρδίκι, σύμφωνα με το μεγάλο Γερμανικό λεξικό DUDEN, προέρχεται από τις αρχαίες Γερμανικές λέξεις: «Γκάρντ» = Φρουρός – Εθνοφρουρός και «Γκάρντα» = Εθνοφρουρά – Εθνοφυλακή, Τιμητική Φρουρά. Συνεπώς  Γαρδίκι Ομιλαίων = Φρουρά της πόλης Όμιλαι (ή του ομίλου των οικισμών).   


Επίσης οι διασωθέντες Γαλάτες, που κατόρθωσαν να φθάσουν μέχρι το στρατόπεδό τους κοντά στις Θερμοπύλες, ετράπησαν σε φυγή και με νέο αρχηγό τους τον Κομοντόριον, δια μέσου της Θεσσαλίας και Μακεδονίας έφθασαν μέχρι τη Θράκη. Εκεί μαζί με άλλα στίφη Γαλατών, που εν τω μεταξύ είχαν καταφθάσει προς βοήθειά τους, ίδρυσαν δικό τους Βασίλειο το οποίο ονόμασαν «Τύλη». Το βασίλειο αυτό, που πρώτος βασιλεύς υπήρξε ο Κομοντόριος, διήρκεσε 60 περίπου έτη. Μετά επαναστάτησαν οι Θράκες και ανέκτησαν την αυτονομία τους. Οι Γαλάτες κυνηγημένοι από τους Θράκες πέρασαν στη Μ. Ασία, στην περιοχή μεταξύ, Καππαδοκίας, Παφλαγονίας, Βιθυνίας και Φρυγίας, όπου εγκαταστάθηκαν οριστικώς και ονόμασαν την περιοχή αυτή «Γαλατία»[ Αργότερα θα συναντήσουμε τους «Γαλάτες», στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, τις οποίες είχε στείλει σε κατοίκους διαφόρων περιοχών μεταξύ των οποίων ήταν και οι Γαλάτες (Επιστολές Αποστόλου Παύλου προς: Γαλάτες, Ρωμαίους, Εβραίους, Κορινθίους, Θεσσαλονικείς, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Εφεσίους κ. ά)]. 
Υπολείμματα οστών


Ο Κων/νος  Παπαρρηγόπουλος στην “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους” αναφέρει: «…Τα στίφη αυτά, κατόπιν των οποίων επήλθον εις την μικράν Ασίαν και άλλοι πολλοί Γαλάται, διετέλεσαν επί μακρόν λεηλατούντα διαφόρους χώρας της χερσονήσου. Έπειτα δε κατεστάθησαν οριστικώς εις την μεταξύ Καπαδοκίας, Παφλαγονίας, Βιθυνίας, Φρυγίας χώραν, την απ’ αυτών κληθείσαν Γαλατίαν. Τοιούτο τέλος έλαβεν η επιδρομή των Γαλατών, οίτινες υπήρξαν οι πρώτοι από δυσμών και Βορρά βάρβαροι, οι τας Ελληνικάς χώρας επισκεφθένες…».  



Η μάχη που έγινε το 279 π.Χ στα «Κοκκάλια», είναι μία μάχη από τις μεγαλύτερες της πατρίδος μας, εφάμιλλη του Μαραθώνα, των Θερμοπυλών, των Δερβενακίων, της Αλαμάνας και τόσων άλλων που ήταν καθοριστικές για το μέλλον της πατρίδος μας. Άν οι Γαλάτες έφθαναν στον προορισμό τους νικητές και τροπαιούχοι, τίποτα δεν θα μπορούσε να τους σταματήσει από το να νικήσουν και τις υπόλοιπες Ελληνικές δυνάμεις και να φθάσουν στη συνέχεια μέχρι την Αθήνα και την Πελοπόννησο και να εγκατασταθούν μόνιμα. Διότι οι Γαλάτες εισβάλλοντας στην Ελλάδα είχαν σκοπό όχι μόνο να τη λεηλατήσουν αλλά και να την αποικίσουν. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι πήραν μαζί τους τις γυναίκες και τα παιδιά τους με σκοπό να βρούνε νέες εστίες και να εγκατασταθούν μόνιμα σε αυτές. Στην άποψη αυτή συνηγορεί και το γεγονός ότι οι επιζήσαντες Γαλάτες δημιούργησαν αρχικά  Βασίλειο στη Θράκη, το οποίο ονόμασαν Τύλη και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία και παρέμειναν εκεί για αρκετούς αιώνες ως μία αυτοτελής εθνική ομάδα με την ονομασία Γαλάτες. Για τον λόγο αυτό η μάχη των «Κοκκαλίων», δεν ήταν απλώς μία νίκη των Ελλήνων, αλλά ήταν η σωτηρία όλης της Ελλάδος. Δεν ήταν απλώς μία ήττα των Γαλατών, αλλά η συντριβή τους και η οριστική τους διάλυση. Δυστυχώς οι νεότεροι ιστορικοί, την μάχη των «Κοκκαλίων» δεν την αναφέρουν καθόλου  και  ούτε  κάν  διδάσκεται  στα σχολεία.
Αιχμές από λόγχες


Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος στην “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους” αναφέρει τα εξής: «…Ενταύθα όμως οι Γαλάται, περιπεσόντες εις πόλεμον ο ρ ε ι ν ό ν, δεν ηδυνήθησαν να επιτύχωσι του σκοπού των και αφού έπαθον ζημίας μεγάλας, είδον δε πεσόντα και αυτόν τον ηγεμόνα αυτών, Βρέννον, ετράπησαν είς φυγήν και ανέκαμψαν υπό ηγεμόνα τον Κομοντόριον, δια Θεσσαλίας και Μακεδονίας είς Θράκην, αδιακόπως πολεμούμενοι   υφ’ όλων  των  λαών  τους  οποίους  πρό  μικρού ελεηλάτησαν…». 


Ο Γεώργιος Σωτηριάδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1912 και έφορος αρχαιοτήτων, έκανε πολλές ανασκαφές στην περιοχή του Θέρμου Αιτωλίας και ερεύνησε την γύρω περιοχή, καθώς και την περιοχή των «Κοκκαλίων», στο βιβλίο του αναφέρει: «…Ότι την δια της Οξυάς οδόν ηκολούθησαν, θεωρώ αναμφισβήτητον. Είς αυτήν αφήκαν οι Γαλάται αναμφίβολα τα σημεία της καταστροφής, την οποίαν κατά την μαρτυρίαν του Παυσανίου υπέστησαν. Ενταύθα έχομεν το πεδίον της μάχης, είς την οποίαν η καταστροφή αύτη συνετελέσθη […] Επί του πεδίου της μάχης, είς έν εκ των υψωμάτων, σώζωνται λείψανα κτιρίου, τα οποία πιθανών προέρχονται έξ οχυρωτικού τινός πύργου, όμοιοι του οποίου και αλλαχού σώζονται είς ομοίας θέσεις ή εκ τροπαίου τινός εις ανάμνησιν του ενδόξου των Αιτωλών κατορθώματος…».  


Η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Π. Δρανδάκη, Τ. Β., σελ. 897-899, αναφέρει: «…το πεδίον της μάχης ή ακριβέστερον της δικαίας τιμωρίας των θηριωδών Γαλατών έχομεν βέβαιον είς τα «Κοκκάλια» […] πιθανώς ωνομάζετο υπό των αρχαίων Καλλίδρομον…». 


Η Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Τ.. 21. σελ. 193. λ. Ευρυτανία αναφέρει: «…Από τα αξιοσημείωτα γεγονότα είναι η άμυνα και επίθεση των Ευρυτάνων και Αιτωλών το 279 π.Χ, κατά των αιμοβόρων Γαλατών επιδρομέων του Βρέννου, στους οποίους προξένησαν μεγάλη φθορά στη θέση «Κοκκάλια» της Ράχης Λάσπης (Αγ. Νικόλαος) - Κρικέλλου…». 


Ο Ιωάννης Βορτσέλας, καθηγητής φιλόλογος και συγγραφέας του έργου «Φθιώτις», ενός σπάνιου βιβλίου, πλούσιο σε περιεχόμενο, με δυσεύρετα και πολύτιμα στοιχεία, που εκδόθηκε το 1907 αναφέρει: «…επι του ζυγού του ενούντος τον Τυμφρηστόν και την Οξυάν, υπάρχει τοποθεσία ονομαζομένη «Κοκκάλια». Ενταύθα εκθάπτονται συχνά υπό του αρότρου οστά και τεμάχια περικεφαλαιών, όπλων κ.λ.π (Αρχαιολογική Εφημερίδα Αθηνών 1839). Ενταύθα κατεστράφησαν οι Γαλάται υπό των Αιτωλών, επανερχόμενοι εκ Καλλίου ως συνάγεται εκ της αυτόθι ανευρεθείσης επιγραφής «Βασιλέα Πύρρον βασιλέως Αιακίδα πόλις Καλλιπολιτών αρετής ένεκεν και ευεργεσίας της εις αυτήν…». 


Ο Μάρκος Γκιόλιας ιστορικός ερευνητής, στο βιβλίο του “Ιστορία των αρχαίων Ευρυτάνων”, αναφέρει: «…Στη θέση «Κοκκάλια» στο πεδίο της μάχης διατηρούντο μέχρι το 1838, τα λιθοδομικά ερείπια αρχαίου οχυρωματικού πύργου ή τροπαίου που στήθηκε εκεί, ενώ το μέρος ήταν κατάσπαρτο από πολυάριθμα ανθρώπινα οστά, ζυμωμένα κυριολεκτικά με το χώμα. Επίσης βρέθηκαν θραύσματα σιδερένιων όπλων και ένα ξίφος, τεμάχια από ακόντια και μαχαίρια, καθώς και νομίσματα…». 


Ανεξάρτητα από τις ιστορικές μαρτυρίες που έχουμε, είναι αυτονόητο και πρέπει να το θεωρήσουμε βέβαιο, ότι οι πρόγονοί μας που σώθηκαν από τους βαρβάρους και ανθρωποφάγους Γαλάτες, έστησαν «Μνημείο» στον τόπο αυτό αναγνωρίζοντας την μεγάλη προσφορά των θυσιασθέντων, πάνω στη θυσία των οποίων θεμελίωσε την πορεία του το Έθνος μας μέχρι σήμερα.  Αυτό προκύπτει και από την πολύ κατατοπιστική ιστορική περιγραφή των γεγονότων από τον Παυσανία (Χ. 16, 4): «…τον ανδριάντα του στρατηγού των Αιτωλών Ευρυδάμου, ηγηθέντος του στρατού κατά των Γαλατών, ανέθεσαν οι Αιτωλοί…». Επίσης πάλι από το Παυσανία (Χ. 18, 7) «…οι Αιτωλοί κατασκεύασαν τρόπαιον και αδριάντα ωπλισμένης γυναικός, που συμβολίζει την Αιτωλίαν…». 
Πολεμικός πέλεκυς


Αλλά και ο καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γεώργιος Σωτηριάδης, στο βιβλίο του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…Επί του πεδίου της μάχης, είς εν εκ των υψωμάτων σώζονται λείψανα κτιρίου, τα οποία πιθανόν προέρχονται εξ’ οχυρωματικού τινός πύργου ή ίσως και εκ τροπαίου τινός είς ανάμνησιν του ενδόξου των Αιτωλών κατορθώματος…». 
Δυστυχώς, τα λιθοδομικά λείψανα του Μνημείου και οι οχυρωματικοί πύργοι που υπήρχαν στη θέση αυτή και διατηρούντο μέχρι τα χρόνια της Γερμανικής κατοχής και έν συνεχεία του εμφυλίου πολέμου, χρησιμοποιήθηκαν ως πολυβολία από τις αντάρτικες ομάδες της αντίστασης και ισοπεδόθηκαν από τους όλμους των Γερμανικών αεροπλάνων αρχικώς και εν συνεχεία κατά τον εμφύλιο, από τους όλμους του Ελληνικού Στρατού. 



Το 1989, οι Εκπολιτιστικοί Σύλλογοι των Ευρυτάνων και ειδικότερα των Κρικελλιωτών έστησαν Μνημείο, με έμβλημά του από το Αιτωλικό χρυσό νόμισμα, γυναίκα με κοντάρι και άσπίδα να κάθεται πάνω σε σωρό Γαλατικών ασπίδων. Το επίγραμμα επί του Μνημείου είναι: «279 π.Χ ΠΡΟΜΑΧΟΥΝΩΝ ΑΙΤΩΛΩΝ – ΕΥΡΥΤΑΝΩΝ ΣΥΝΕΤΡΙΒΗΣΑΝ ΟΙ ΓΑΛΑΤΕΣ ΚΑΤΑ ΚΡΑΤΟΣ». Το Μνημείο όμως αυτό δεν έγινε στο ακριβές σημείο του πεδίου της μάχης, αλλά 5 - 6 χιλιόμετρα πιο μακριά και σε χαμηλότερο υψόμετρο προφανώς για λόγους εύκολης πρόσβασης. Την θέση αυτή ο επίσημος Χάρτης της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού την ονομάζει «Καλογεροστάνη» (Υψ. 1431), από τα λιθοδομικά ερείπια κτίσματος (οικίας ή στάνης) που υπάρχουν εκεί πλησίον. Πρόκειται σαφέστατα περί άλλης θέσης, διότι το ακριβές σημείο της μάχης, είναι αυτό που εμφανίζει ο επίσημος χάρτης της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, δηλαδή στην κορυφή του υψώματος (Υψ. 1720) και την οποία θέση ονομάζει «Κοκκάλια» ( Βλ. Συν. Χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού).

Η θέση «Κοκκάλια» (πεδίο της μάχης του 279 π.Χ), βρίσκεται στα όρια των Νομών Φθιώτιδος και Ευρυτανίας, πάνω από τους σημερινούς οικισμούς Πουγκάκια και Παλαιοχώρι Τυμφρηστού (Ομιλαίων) Φθιώτιδος. Για τον λόγο αυτό, όπως πληροφορούμαι, οι Εκπολιτιστικοί Σύλλογοι των χωριών αυτών σε συνεργασία με την «Κίνηση Πολιτών Δυτικής Φθιώτιδας», πρόκειται να ανεγείρουν Μνημείο στην ακριβή θέση του πεδίου της μάχης, επικαλούμενοι τόσο τους επίσημους Χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, όσο και τα διάσπαρτα ανθρώπινα κόκαλα που υπάρχουν εκεί. 

Όσον αφορά την αρχαία πόλη "Κάλλιο", οι πληροφορίες που υπάρχουν είναι ελάχιστες και στηρίζονται σε αρχαίους Χάρτες και φιλολογικά κείμενα. Για την ταυτότητα της τοποθεσίας του αρχαίου "Καλλίου" οι ιστορικοί διαφωνούν. Ο Ιωάννης Βορτσέλας την τοποθετεί στη θέση του νεότερου χωριού Βελούχοβο της Φωκίδας (σήμερα καλυμμένου με τα νερά του φράγματος του Μόρνου). Ο καθηγητής αρχαιολογίας Γεώργιος Σωτηριάδης υποστηρίζει την ίδια άποψη, όπως και ο Γουντχάουζ και Ντιτενβέργκερ. Η εμπεριστατωμένη διατριβή του αρχαιολόγου Πάντου Α. Πάντου, με πειστικά ανασκαφικά ιστορικά και επιγραφικά δεδομένα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ή αρχαία πόλη "Κάλλιο ή Καλλίπολη" ήταν το Βελούχοβο της Δωρίδας. Κατά τον Δημήτριο Αινιάνα το "Κάλλιο" βρισκόταν επάνω στην Οίτη και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού χωριού Μάρμαρα (μέχρι το 1928 Σέλλιανη) Φθιώτιδος. Στην περιοχή αυτή υπάρχουν λείψανα οχυρωματικού τείχους από τα οποία προέκυψε και η νέα ονομασία του χωριού "Μάρμαρα". Το 1835, όταν σχηματίσθηκαν οι Δήμοι της Ελλάδος, ο "Δήμος Καλλιέων" ευρίσκετο σ'αυτή την περιοχή και έδρα του Δήμου ήταν η "Σέλλιανη" (σημερινά Μάρμαρα). Επίσης, οι αρχαίοι Χάρτες (1789 & 1850) (Βλ. Σελ. Χάρτες) απεικονίζουν το "Κάλλιο" στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού χωριού Μάρμαρα (μέχρι το 1928 Σέλλιανη). Όμως ο Ευρυτάνας ερευνητής Δημήτριος Φαλλής υποστηρίζει σθεναρά (παρά την αντίθεση των περισσότερων αρχαιολόγων), την ταύτιση του "Καλλίου" με το "Κλαυσί" της Ευρυτανίας, όνομα που πήρε η αρχαία πόλη μετά τους κλαυθμούς και τους κοπετούς της καταστροφής της από τους Γαλάτες. Η διενέργεια συστηματικών ανασκαφών στο "Κλαυσί" (Κλαψί) και την ευρύτερη περιοχή, θα αποδείξει την όποια αλήθεια της εκδοχής.      


      Πανοραμική Φωτογραφία που απεικονίζει : 1/ Την κορυφογραμμή Ράχη Τυμφρηστού - "Κοκκάλια" - Οξυά,  απ' όπου περνούσε ο αρχαίος δρόμος που συνέδεε την Ήπειρο και την Θασσαλία με την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Το δρόμο αυτό ακολούθησαν οι Γαλάτες προκειμένου να παρακάμψουν τον Σπερχειό ποταμό και να βρεθούν στο Μαντείο των Δελφών. 2/ Τους σημερινούς οικισμούς: Πουγκάκια, Παλαιοχώρι & Γαρδίκι Ομιλαίων Φθιώτιδος (στην ίδια περιοχή όπου, σύμφωνα με τους αρχαίους Χάρτες, βρισκόταν η αρχαία πόλη των Αινιάνων Όμιλαι, (ή όμιλος μικρών οικισμών). 3/ Λείψανα του οχυρωματικού τείχους και της Φρουράς της αρχαίας πόλης των Αινιάνων Όμιλαι ή του ομίλου των οικισμών) Garda = Φρουρά - Εθνοφρουρά, Gardist = Φρουρός - Εθνοφρουρός, Γαρδίκι Ομιλαίων = Φρουρός - Εθνοφρουρός της πόλης  Όμιλαι (ή του ομίλου των οικισμών)        

ΠΗΓΗ 1) http://palaioxwri.blogspot.gr