Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

"ΚΥΑΝΟΛΕΥΚΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ" Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΠΟΛΕΜΟΥΣΕ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΑΞΟΝΑ


    Ο υποστράτηγος Γεώργιος Μπάκος, που ήταν ο πιο φανατικός εθνικοσιαλιστής της κυβέρνησης Τσολάκογλου, θεωρούσε σχεδόν σίγουρη τη γερμανική νίκη. Γι’ αυτόν τον λόγο πρότεινε στους αξιωματικούς αλλά και στο υπουργικό συμβούλιο να δημιουργηθεί μια αντικομμουνιστική λεγεώνα στο πλαίσιο των εθελοντικών λεγεώνων των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, η οποία θα πολεμούσε στη Ρωσία στο πλευρό των Γερμανών. Ο Μπάκος πίστευε πως αυτό θα ήταν αργότερα ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο στα χέρια της Ελλάδας, ενώ η μορφή της γερμανικής κατοχής θα γινόταν ηπιότερη. Οι περισσότεροι από τους αξιωματικούς που τον άκουσαν δεν έδωσαν απάντηση.

     Ο Μπάκος τότε ζήτησε κατάλογο όλων των αξιωματικών για να τον παραδώσει στο αρμόδιο γερμανικό γραφείο. Κάποιοι έφεδροι αντέδρασαν και ανάμεσα τους ήταν ο παλαιός επιτελάρχης του Μπάκου στο Β’ ΣΣ, συνταγματάρχης Θρασύβουλος Τσακαλώτος.

     Ο πρωθυπουργός Τσολάκογλου αγνοούσε τις ενέργειες του υπουργού του και πίστευε, όπως αργότερα κατέθεσε, πως το εγχείρημα αυτό ήταν και «λυπηρόν και όσο και λίαν εγκληματικόν». Όταν όμως πληροφορήθηκε τις προθέσεις του Μπάκου αποφάσισε με τη συνδρομή του αρχηγού της Χωροφυλακής υποστράτηγου Ντάκου να ματαιώσει με οποιοδήποτε τίμημα τη δημιουργία και την αποστολή της ελληνικής λεγεώνας.




      Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει ο Τσολάκογλου τουλάχιστον 2.000 άνδρες είχαν εγγραφεί εθελοντές στη Θεσσαλονίκη για το Ανατολικό Μέτωπο, ενώ στην Αθήνα είχαν ετοιμασθεί 200 αιτήσεις για τη συγκρότηση της λεγεώνας.

      Η ιδέα της ελληνικής μεραρχίας ενθουσίασε τους Γερμανούς, οι οποίοι με καταχωρήσεις στον κατοχικό Τύπο άφηναν να εννοηθεί πως η λεγεώνα μετά τη “σίγουρη γερμανική νίκη” θα ήταν ένα σοβαρότατο επιχείρημα υπέρ της Ελλάδας. Προς αυτή την κατεύθυνση εργάζονταν και εθνικοσιαλιστικές οργανώσεις της Αθήνας και της συμπρωτεύουσας, η Τρία Έψιλον και η ΕΣΠΟ.

      Όπως κατέθεσε στον γράφοντα ένας πράκτορας της Intelligence Service, ο Κώστας A. απόστρατος σήμερα αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, τα περισσότερα ξενοδοχεία της περιοχής Ομονοίας στην Αθήνα ήταν τότε κατειλημμένα από εθελοντές που περίμεναν να εγγραφούν στους καταλόγους της ελληνικής λεγεώνας, ενώ υπήρχε ένα συγκροτημένο σώμα από φοιτητές και νεολαίους της Κρήτης που ανέμενε να αποσταλεί στο Ανατολικό Μέτωπο. Τα γραφεία “εθελοντών ρωσικού Μετώπου” βρίσκονταν στο Σύνταγμα, στην οδό Φιλελλήνων.

      Τη λεγεώνα αυτή ο Μπάκος πρότεινε να τη διοικεί ο υπασπιστής του Βουδικλάρης μαζί με έναν άλλον ανώτερο αξιωματικό. Οι υπουργοί Γκοτζαμάνης και Λογοθετόπουλος καθώς και άλλοι “εξωκυβερνητικοί κύκλοι” υποστήριξαν την πρόταση του συναδέλφου τους, όπως έγραψε ο Τσολάκογλου στα απομνημονεύματά του. Θιασώτες της Κυανόλευκης Μεραρχίας ήταν ο συνταγματάρχης Νικ. Κουρκουλάκος μαζί με τον αδελφό του Στέφ. Κουρκουλάκο.

     Συνήγορος στην προσπάθεια αυτή ήταν ο ελληνομαθής Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος φον Κλεμ, ο οποίος είχε αγαστή συνεργασία με τον Μπάκο. Ο Τσακαλώτος αργότερα ισχυρίσθηκε ότι ο στρατηγός αρχικά φαινόταν ως υποστηρικτής της ιδέας αποστολής εθελοντών στο ρωσικό μέτωπο επειδή ήθελε να δείξει στον Κλεμ ότι συμφωνούσε μαζί του, ύστερα όμως έπραξε τα πάντα για να την υπονομεύσει.

     Ενώ η πληροφορία αυτή είναι ελεγχόμενη από πλευράς ακρίβειας, γεγονός είναι ότι ο άνθρωποι του Τσολάκογλου διοχέτευσαν στους Ιταλούς την ”πληροφορία” ότι «οι προθυμοποιούμενοι δια να ντυθούν και να εξοπλισθούν (σ.σ. της λεγεώνας) προτίθενται να λιποτακτήσουν εις τα βουνά δια να κτυπούν εκείθεν τους Ιταλούς κυρίως και δευτερευόντως τους Γερμανούς» (Απομνημονεύματα Τσολάκογλου, σελ. 235). Ο Ιταλός πρεσβευτής έντρομος έσπευσε να μεταβεί στη γερμανική πρεσβεία για να συζητήσει την αναβολή της αποστολής. Στις 12 Αυγούστου 1941 ο Αλτενμπουργκ τηλεγράφησε στο Βερολίνο για να πάρει τις τελικές οδηγίες σχετικά με τη συγκρότηση της Ελληνικής Λεγεώνας. Ανέφερε στους προϊσταμένους του στο Υπουργείο Εξωτερικών ότι “η Ελληνική Κυβέρνησις είχε προχωρήσει στις προετοιμασίες της τόσο, που μένει πλέον να κάνει την πρέπουσα διαφήμιση μέσω του Τύπου για την δημιουργίαν της Λεγεώνας”.

     Την ίδια ημέρα που το τηλεγράφημα έφθανε στη γερμανική πρωτεύουσα ο εκεί Ιταλός επιτετραμμένος Κοσμέλι επέδιδε διάβημα εκ μέρους της Ρώμης στον Ρίμπεντροπ ζητώντας να μην επιτραπεί η αποστολή Ελλήνων εθελοντών στο Ανατολικό Μέτωπο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Ο Ρίμπεντροπ θέλοντας να ικανοποιήσει την ιταλική πλευρά ενημέρωσε τον Αλτενμπουργκ στην Αθήνα ότι η οριστική απόφαση του Βερολίνου στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι να μην επιτραπεί η συγκρότηση της Ελληνικής Λεγεώνας.

    Δυο μέρες αργότερα ο πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα, κόμης Αλτενμπουργκ, απάντησε στον στρατηγό Τσολάκογλου πως “επειδή συγκεντρώθηκαν πολλές λεγεώνες στη Ρωσία, δημιουργήθηκε θέμα ανεφοδιασμού και προς το παρόν δεν τίθεται θέμα”. Η επίσημη ανακοίνωση των Αρχών Κατοχής έλεγε πως για “λόγους τεχνικούς δεν είναι δυνατόν να σταλεί η Λεγεώνα εις την Ρωσίαν”.

     Ορισμένοι ιστορικοί αναφέρουν πως η αναβολή της συγκρότησης της “Κυανόλευκης Μεραρχίας” οφειλόταν στις λανθασμένες “πληροφορίες” κάποιων αντιστασιακών οργανώσεων που πολύ έξυπνα διοχέτευσαν στην ιταλική πρεσβεία. Η υιοθέτηση αυτής της εκδοχής είναι μάλλον ατόπημα παρά πραγματικότητα, αφού την εποχή εκείνη δεν γινόταν καν λόγος για αντίσταση ή αντιστασιακές οργανώσεις, ενώ οι μόνες εμφανιζόμενες και άξιες λόγου ομάδες ήταν οι γερμανόφιλες.
    Η πιθανότερη εκδοχή λοιπόν φαίνεται να είναι η θέση του Τσολάκογλου, όπως αυτή αναφέρεται στα Απομνημονεύματα και στην κατάθεση στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων αμέσως μετά τον πόλεμο: ότι δικοί του άνθρωποι διεμήνυσαν στους Ιταλούς ότι οι εθελοντές της λεγεώνας θα λιποτακτούσαν και θα έβγαιναν στα βουνά για να πολεμήσουν αργότερα τους Ιταλούς. Ένας μάρτυρας στη δίκη, ο Ορ. Παπαναγιώτου, μέλος της διοίκησης της Πανελλήνιας Ένωσης Εφέδρων Αξιωματικών, κατέθεσε πως ο Τσολάκογλου κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του στη Θεσσαλία μίλησε στη Λάρισα για την αποστολή της “Κυανόλευκης” μεραρχίας. Προφανώς όμως το έπραξε για να κολακεύσει τους Ιταλούς ή γιατί ήταν αναγκασμένος να το κάνει. Άλλωστε η άρνησή του -παρά τις πιέσεις των γερμανόφιλων κύκλων να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης του δίνει το δικαίωμα να υποστηρίζει την άποψή του. Οργανωμένη ελληνική λεγεώνα, όπως εκείνες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία κ.ά.) δεν υπήρξε ποτέ. Υπήρξαν όμως αρκετοί μεμονωμένοι Έλληνες που πρόλαβαν και κατατάχθηκαν αρχικά στις μεραρχίες οι οποίες σχηματίσθηκαν από εθελοντές των λαών του Καυκάσου και κυρίως σε μονάδες των Ελλήνων του Πόντου με αρχηγό τον συνταγματάρχη Σονίν Κρομιάδη.

     Ένας μάλιστα εθελοντής, ο Θωμάς Μπουρτζάλας, πρώην χωροφύλακας και σωματοφύλακας του υπουργού του Λαϊκού Κόμματος Στρατού, έλαβε μέρος στη μάχη του Στάλινγκραντ (Οκτώβριος 1942 -Φεβρουάριος 1943), αλλά κατόρθωσε να σωθεί από την εξόντωση της 6ης Στρατιάς και να αποφύγει την αιχμαλωσία. Επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε νέα καθήκοντα με τον βαθμό του ανθυπομοιράρχου στη γερμανική αστυνομία (GFΡ). Η υπηρεσία της GFP στεγαζόταν στο Μέγαρο Λινάρδου επί της οδού Πατησίων.

        Ο Μπουρτζάλας μεταπολεμικά δικάσθηκε από το Ειδικό Δικαστήριο και παρέμεινε στις φυλακές επί δέκα περίπου χρόνια (1945-1955). Αρκετά χρόνια αργότερα, στις 22 Απριλίου 1967, μία μόλις ημέρα μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ανέφερε σε μια τυχαία συνάντηση στον παλαιό συγκρατούμενο του Κ. Γεώργιο πως “…το πραξικόπημα δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά δάκτυλος της CIA και των ΗΠΑ για να ελέγξουν τη χώρα που όδευε προς τον Κομμουνισμό”.

         Για τον Μπουρτζάλα και τους ομοϊδεάτες του η τελευταία ελπίδα για την Ελλάδα και την Ευρώπη ολόκληρη να ξεφύγουν από τον επικίνδυνο στραγγαλισμό του Μπολσεβικισμού και της διεφθαρμένης πλουτοκρατίας του Καπιταλισμού, θάφτηκε στα ερείπια του Βερολίνου τον Μάιο του 1945. Ο Γ. Χρήστος (Ελληνοπόντιος δεκανέας της Εθνικιστικής Στρατιάς του Ρώσου στρατηγού Αντρέι Βλασώφ), που ζει σήμερα σε μεγάλη ηλικία στην Καλλιθέα, ανέφερε πως κατά τους πρώτους μήνες του 1942 σχηματίσθηκαν στα γερμανικά μετόπισθεν με την προτροπή του Χίμλερ οι πρώτες ρωσικές αντικομουνιστικές μονάδες από λιποτάκτες του Σοβιετικού Στρατού.

        Πολύ γρήγορα στον RNNA και αργότερα ΡΟΑ (Ρωσικό Εθνικό Απελευθερωτικό Στρατό) κατατάχτηκαν και άνδρες άλλων εθνικοτήτων που αναζητούσαν την εθνική τους ταυτότητα και ανεξαρτησία. Διοικητής του πρώτου συγκροτημένου σώματος του ΡΟΑ, που αποτελείτο από 6 τάγματα πεζικού και 1 μηχανικού με μια μονάδα πυροβολικού (δύναμης 10.000 ανδρών), ήταν ο Ελληνοπόντιος συνταγματάρχης Σ. Κρομιάδης. Ο Κρομιάδης, που είχε προσωπική φιλία με τον Βλασώφ, έπεισε τον Ρώσο στρατηγό να προχωρήσουν με ταχύτερο ρυθμό τη στρατολόγηση εθελοντών από τους λαούς του Καυκάσου. Περισσότεροι από 20.000 Ελληνοπόντιοι κατατάχθηκαν στον ΡΟΑ. Το 7ο Σύνταγμα, στο οποίο υπηρετούσε ο Γ. Χρήστος, ήταν αμιγώς ελληνικό και παρέτασσε 1.500 πλήρως εξοπλισμένους άνδρες.

          Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν υποστεί την άγρια σταλινική τρομοκρατία και τις διώξεις του 1935-1940. Ο Γ. Χρήστος είχε χάσει τον πατέρα του σε κάποιο στρατόπεδο γκούλαγκ στη Σιβηρία, όπως και πολλοί άλλοι. Με τους εθνικιστές του ΡΟΑ θεωρούσε πως μπορούσε να εκδικηθεί τους κομμουνιστές και να αποδοθεί ένα είδος αυτονομίας στον Πόντο σύμφωνα με τις υποσχέσεις των Γερμανών και του Βλασώφ. Οι Ελληνοπόντιοι του ΡΟΑ έφεραν στην αριστερή επωμίδα τα ελληνικά χρώματα (μπλε και λευκό) και δεξιά το έμβλημα με τα γράμματα ΡΟΑ.

      Τα γερμανικά στρατεύματα είχαν στις τάξεις τους πάνω από 300.000 ευρωπαίους εθελοντές. Από τις 39 μεραρχίες των Waffen-SS, μόνο μία ήταν αμιγώς γερμανική. Τα Waffen SS άνοιξαν τις τάξεις τους για να συμπεριλάβουν 20.000 Γάλλους εθελοντές, 60.000 μουσουλμάνους διαφόρων εθνικοτήτων, 40.000 Ολλανδούς, 8.000 Νορβηγούς, 6.000 Δανούς, 15.000 Εσθονούς, 18.000 Ισπανούς, 13,000 Φλαμανδούς, 6.000 Βαλλώνους, 1.000 Έλληνες κ.ά. Στα αρχεία της Wehrmacht αναφέρονται και κάποια ονόματα Κυπρίων εθελοντών, που οι περισσότεροι χάθηκαν στις αιματηρές μάχες του ανατολικού μετώπου.
Θα πρέπει να τονιστεί βέβαια ότι χιλιάδες Ελληνοπόντιοι πολέμησαν στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού και σε όλα τα Ελληνοποντιακά χωριά υπάρχουν ηρώα για τους πόντιους που έχασαν τη ζωή τους είτε σαν στρατιώτες είτε σαν αντάρτες στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς εισβολείς. 


                                  ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΚΟΣ (υποστράτηγος) (1892-1945)

      Ο στρατηγός Γεώργιος Μπάκος γεννήθηκε στη Μάνη στις 1892. Πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους και πήρε μέρος στην Μικρασιατική εκστρατεία και στον πόλεμο του 1940, ως διοικητής της 3ης Μεραρχίας. Μετά τη συνθηκολόγηση έγινε υπουργός των Στρατιωτικών στην κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου. Στη θέση αυτή παρέμεινε δυο χρόνια και φρόντισε για το μισθολόγιο των στρατιωτικών και για το κτίσιμο του νοσοκομείου ΝΙΜΤΣ (νοσηλευτικό ίδρυμα μετοχικού ταμείου στρατού). Επίσης προσπάθησε να βοηθήσει οικονομικά ευέλπιδες που είχαν πολεμήσει στην Κρήτη και γυρνούσαν στην ηπειρωτική Ελλάδα σε πολύ κακή κατάσταση.
Ο Μπάκος ήταν φανατικός γερμανόφιλος και πίστευε στην νίκη του Άξονα. Προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να δημιουργήσει την Κυανόλευκη μεραρχία στην οποία θα συμμετείχαν Έλληνες εθελοντές που θα πολεμούσαν στο ρωσικό μέτωπο μαζί με του Γερμανούς. Κατά τα Δεκεμβριανά συνελήφθη από δυνάμεις του ΕΛΑΣ και αφού κρατήθηκε όμηρος σε περιοχή της Πάρνηθας εκτελέστηκε, ύστερα από σύντομη δίκη, στις 6 Ιανουαρίου του 1945 στο χωριό Κρώρα.

            http://el.wikipedia.org

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ΜΠΑΡΟΥΤΟΜΥΛΟΙ Α' ΜΕΡΟΣ


Η Δημητσάνα υπήρξε ανέκαθεν τόπος επαγγελματικής παραγωγής μπαρούτης. Σε αυτό συνηγορούν πολλές γραπτές πηγές, αλλά και η τοπική παράδοση. Είναι ήδη γνωστό σύμφωνα με πολλές πηγές και μαρτυρίες, ότι τα ύστερα προεπαναστατικά και τα επαναστατικά χρόνια η Δημητσάνα υπήρξε κέντρο ανεφοδιασμού σε πυρίτιδα που παραγόταν στους 14 μύλους που λειτουργούσαν με τα νερά του κεφαλαριού του Αγίου Ιωάννη στην κατωφέρεια του φαραγγιού του Λούσιου που σχηματίζεται κάτω από αυτόν.
Αν και δεν υπάρχουν επαρκείς λεπτομερείς μαρτυρίες αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της επαγγελματικής αυτής απασχόλησης των Δημητσανιτών, είναι βέβαιο ότι η Δημητσάνα παρήγε μπαρούτι ήδη από την πρώτη Τουρκοκρατία, αν όχι από την υστεροβυζαντινή περίοδο. Η μπαρούτη χρησιμοποιείτο για πολεμική και για εκρηκτική χρήση και συχνά και για λογαριασμό των Τούρκων.
Η κατασκευή μπαρούτης από μπαρουτόμυλους συνέχισε σύμφωνα με μαρτυρίες και κατά την Ενετική περίοδο (τέλη 17ου - αρχές 18ου αι.) μέχρι και τα επαναστατικά χρόνια . Σύμφωνα με εξακριβωμένες τοπικές μαρτυρίες, φαίνεται ότι τα πρώτα χρόνια η επαγγελματική παραγωγή μπαρούτης γινόταν σε μικρές ποσότητες από μερικές οικογένειες (με απασχόληση μελών τους) για εξασφάλιση πρόσθετου εισοδήματος και βασιζόταν σε πρωτόγονες τεχνικές επεξεργασίας. Το είδος αυτό παραγωγής ενδεχομένως να χρησιμοποιήθηκε και αργότερα (όπως κατά την επανάσταση του 21), για την κάλυψη αυξημένων αναγκών ζήτησης. Το παραγόμενο μπαρούτι χρησιμοποιείτο για πολεμικούς σκοπούς, για κατασκευή φουρνέλων και για το κυνήγι.
Αλλά αυτό που έχει αναμφίβολα ενδιαφέρον είναι πως και που οι ντόπιοι παραγωγοί μαρούτης - κοινώς μπαρουξήδες (ή μπαρουτάδες) σύμφωνα με τη δημητσανίτικη έκφραση -, επρομηθεύοντο το δισεύρετο νίτρο (νιτρικό κάλιο), το οποίο αποτελεί και τη βασική πρώτη ύλη. Δεδομένου επίσης ότι η παραγωγή μπαρούτης απαιτεί μια ιδιαίτερη πολύπλοκη και λεπτή επεξεργασία, εξ' ίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει φυσικά και ο τρόπος κατεργασίας που χρησιμοποιήθηκε από τους Δημητσανίτες μπαρουξήδες.
Η αναζήτηση των πρώτων υλών
Οι απαιτούμενες πρώτες ύλες για την παραγωγή μπαρουτιού είναι το θειάφι, το κάρβουνο και το νίτρο (νιτρικό κάλιο) - κοινώς βερτζιλές -, σε ποσοστά πρόσμιξης 10%, 15% και 75% αντίστοιχα. Όσον αφορά στην εξεύρεση τους, πρόβλημα υπήρχε ασφαλώς μόνον με το τελευταίο, αφού το κάρβουνο εύκολα μπορούσε να παραχθεί με καύση ξύλων (κληματόβεργες, σφάκες), ενώ το θειάφι μπορούσε να μεταφερθεί από τα ηφαιστειογενή νησιά του Αιγαίου.
Σύμφωνα με μαρτυρίες (Μιχαήλ Οικονόμου κ.ά.) το απαραίτητο νίτρο οι Δημητσανίτες παραγωγοί συνέλεγαν από σπηλιές και από περιοχές των οποίων τα εδάφη είχαν ειδική σύσταση, όπως ήταν η Αττική και η Μονεμβασιά.
Ειδικότερα όμως, τοπικές παραδόσεις και πηγές αναφέρουν ότι ποσότητα νίτρου παραγόταν επίσης μετά από ειδική κατεργασία ξεραμένης κοπριάς που συσσωρευόταν σε σπηλιές του Λούσιου και της Πελοποννήσου, όπου οι τσοπάνηδες συνήθιζαν να χειμαδιάζουν με τα κοπάδια τους. Με τη συλλογή της κοπριάς -βοτάνι του μπαρουτιού κατά τη δημητσανίτικη έκφραση - ασχολούνταν μερικοί Δημητσανίτες, οι βοταναραίοι, οι οποίοι μετακινούνταν ειδικά για το σκοπό αυτό. Μάλιστα για την προέλευση αυτή του νίτρου, συνηγορούν εμμέσως αρκετές μαρτυρίες που επικεντρώνονται κυρίως στην αγορά από τους επιτρόπους του Ναού της ’γιας Κυριακής (1795, Κώδικας Καθεδρικού Ναού Αγίας Κυριακής) καθώς και σε πράξεις ενοικίασης σε βοταναραίους της περιοχής, ειδικών εργαλείων (σιδερόφτυαρων με μακριά δυνατή λαβή), απαραίτητων για τη συλλογή της σκληρής μάζας του βοτανιού. Το ενοίκιο καταβαλλόταν συνήθως σε οκάδες νίτρου.
Η κατεργασία του βοτανιού για παραγωγή νίτρου, αν και δεν είναι πλήρως γνωστή, βασιζόταν στο βράσιμο κοπριάς (γιδοφούσκι) σε ειδικά καζάνια, η οποία τελικά έδινε στο πάνω μέρος της την λευκή κρυσταλλική ύλη του νίτρου. Η ύλη αυτή μαζευόταν κατόπιν με ειδικές διάτρητες κουτάλες ("κεψές") για να απλωθεί για ξήρανση στον ήλιο.
Μπαρουτόμυλοι και επεξεργασία της μπαρούτης
Τα προεπαναστατικά χρόνια, όταν η ζήτηση μπαρούτης άρχισε να αυξάνεται, δεδομένου μάλιστα του ότι και οι Τούρκοι εφοδιαζόντουσαν με δημητσανίτικο μπαρούτι, οι Δημητσανίτες μπαρουξήδες οδηγήθηκαν σταδιακά στη χρήση της υδροκίνησης, δηλαδή στη κατασκευή των πρώτων υδρόμυλων-μπαρουτόμυλων, με την εκμετάλλευση της υδατόπτωσης που εξασφάλιζε η κατωφέρεια που εκτείνεται από το κεφαλάρι του Αγίου Ιωάννη προς το Παλαιοχώρι.
Όπως και ο αλευρόμυλος, ο μπαρουτόμυλος βασίζεται στη υδροκίνητη λειτουργία ενός ειδικού μηχανισμού, δηλαδή στην κίνηση που προκαλείται από υδατόπτωση (κρέμαση) νερού το οποίο διοχετεύεται με ορμή μέσα από ειδικά βαγένια. Η κατωφέρεια του Αγίου Ιωάννη επέτρεπε τη διαδοχική δημιουργία και λειτουργία τέτοιων μύλων, με δυνατότητα εκμετάλλευσης και νέας υδατόπτωσης κάτω από την αρχική. Αυτό εξηγεί και τη σταδιακή κατασκευή αρκετών μπαρουτόμυλων.
Ο μπαρουτόμυλος ήταν πετρόκτιστο κτίριο, συνήθως ορθογώνιο, κεραμοσκεπές και εξοπλισμένο, με χωμάτινο δάπεδο, παράθυρα, βαθουλώματα και εξωτερικά πεζούλια. Αν και η τεχνική επεξεργασίας βελτιώθηκε με την πάροδο των χρόνων, τα βασικά μέρη του μηχανισμού σε συνδυασμό με την περιγραφή λειτουργίας του εν συντομία είναι:
  • Φτερωτή, ξύλινος τροχός με φτερά, έξω από το μύλο, που περιστρέφεται με την υδατόπτωση γύρω από οριζόντιο άξονα,
  • Οριζόντιος άξονας, στηριγμένος κατά μήκος του μύλου, πάνω στον οποίο στερεώνεται η φτερωτή, η οποία και του μεταδίδει μόνιμη ρυθμική κίνηση. Στο άλλο άκρο του στηρίζεται σε υπερυψωμένη βάση.
  • Χουλιάρια, ξύλινα έκκεντρα που φέρει κατά μήκος του ο οριζόντιος άξονας.
  • Κοπάνια (κόπανα), κατακόρυφα έμβολα που αντιστοιχούν στα χουλιάρια, τα οποία καταλήγουν χαμηλά σε πιο πλατιά διαμόρφωση μορφής ρόζου ή γροθιάς. Ο οριζόντιος άξονας μέσω των χουλιαριών τους μεταδίδει παλινδρομική κίνηση.
  • Χαβάνια, δηλαδή γουδιά που σχηματίζουν αντίστοιχες στα κοπάνια και ίσες στον αριθμό κοιλότητες στο έδαφος, οι οποίες περιέχουν το μείγμα με την πρώτη ύλη σε καθορισμένη ποσότητα και αναλογία. Το μείγμα χτυπιέται και συνθλίβεται με το ρυθμικό κτύπημα των κοπανιών.
Η επεξεργασία της πυρίτιδας, όπως περιγράφεται παραπάνω, από την υδροκίνητη λειτουργία του μπαρουτόμυλου, αποτελεί και την κύρια φάση κατεργασίας της. Όλες οι φάσεις της κατεργασίας της για την κατασκευή του τελικού προϊόντος συνοψίζονται:
  • Ζύμωμα των πρώτων υλών με νερό: προκαταρκτική φάση.
  • Κύρια φάση: Τοποθέτηση του μείγματος των πρώτων υλών στα γουδιά και κύρια κατεργασία για 24 ώρες περίπου. Για καλύτερη ανάμειξη ο μπαρουξής μεταφέρει με μια κουτάλα μικρές ποσότητες από το ένα χαβάνι στο άλλο.
  • Ξεχαβάνιασμα: μεταφορά μείγματος σε σκάφη για νέο ζύμωμα με νερό και διαμόρφωσή του σε εύπλαστες μικρές μάζες (κεφάλια). " Μεταφορά των κεφαλιών στη χαμοκέλα για να ξεραθούν.
  • Τεμαχισμός με μαχαίρι, την επομένη μέρα, των κεφαλιών σε λεπτές λουρίδες και τοποθέτησή τους μέσα σε λιόπανα στην λιάστρα, για πλήρη ξήρανση με τον ήλιο και με τον αέρα.
  • Κοσκίνισμα: μεταφορά στη χαμοκέλα, κοσκίνισμα από μεγάλα ορθογώνια κόσκινα που κρέμονται από την οροφή του μύλου, με τη βοήθεια κομματιών ξύλου μέσα σ' αυτά (για καλύτερο αποτέλεσμα), και συγκέντρωση των παραγόμενων κόκκων σε σκάφες, τοποθετημένες από κάτω.
  • Γυάλισμα: υποβολή των κόκκων του μπαρουτιού σε τριβή για εξασφάλιση στιλπνότητας και αντοχής στην υγρασία, πράγμα που προσέδιδε ποιότητα στην μπαρούτη. Οι κόκκοι τοποθετούνταν σε βαρέλι προσαρμοσμένο στον οριζόντιο άξονα της φτερωτής ο οποίος και του μετέδιδε περιστροφική κίνηση κατά την λειτουργία του μύλου. Επειδή το γυάλισμα καθυστερούσε την παραγωγή, οι μπαρουξήδες το αντικατέστησαν αργότερα με τον γραφίτη.
  • Συσκευασία σε μεταλλικά δοχεία ή σε γκαζοτενεκέδες (το πολύ μέχρι 9 οκάδες για το κυνήγι και 16 οκάδες για φουρνέλα).
Πλήρης αναπαράσταση της λειτουργίας των μπαρουτόμυλων και της παραγωγής μπαρούτης δίνεται στον αποκατεστημένο μπαρουτόμυλο του Υπαίθριου Μουσείου Υδροκίνησης της Δημητσάνας.
Υπολογίζεται ότι ένας τέτοιος μύλος με 8 χαβάνια απέδιδε σε 24 ώρες 25 οκάδες καθαρό μπαρούτι. Στα μεταγενέστερα χρόνια η λειτουργία των μπαρουτόμυλων εκσυγχρονίσθηκε με την αντικατάσταση του συστήματος με τα κόπανα και τα γουδιά από σύστημα που βασιζόταν στην περιστροφική κίνηση πάνω σε μικρό κτιστό αλώνι ενός μεγάλου κωνικού λιθαριού. Το λιθάρι αυτό ήταν προσαρμοσμένου στο κέντρο του αλωνιού, περιστρεφόταν γύρω από κάθετο άξονα, και συνέθλιβε το μείγμα των πρώτων υλών που ήταν απλωμένο από κάτω.
Με τον παραπάνω τόπο φαίνεται να λειτούργησαν οι 14 μπαρουτόμυλοι κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του 21, που πολλά προσέφερα σ' αυτόν. Μετά την απελευθέρωση η Δημητσάνα διατήρησε τιμητικά το προνόμιο της παραγωγής και εμπορίας πυρίτιδας. Από το 1910 επεβλήθη φορολογία στους βιοτέχνες μπαρούτης.
Από τότε μέχρι και σήμερα, η Δημητσάνα παράγει συνεχώς μπαρούτη διαφόρων μορφών. Οι παλιοί μύλοι φυσικά έχουν εκσυγχρονισθεί. Σήμερα λειτουργεί με ηλεκτρική πλέον ενέργεια ένας μεγάλος μπαρουτόμυλος, σαν οργανωμένη ιδιωτική βιομηχανική μονάδα, η οποία συμβάλει στην οικονομία της Δημητσάνας.

                              Ο ΜΠΑΡΟΥΤΟΜΥΛΟΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΙΛΟ   
           Στην είσοδο του χωριού Μαυρίλο υπάρχει ο ανακαινισμένος μπαρουτόμυλος ο οποίος αποτελεί μουσείο (είναι μουσειακό αντίγραφο του αρχικού μπαρουτόμυλου). Η κατασκευή ξεκίνησε το 2002 από τον πρώην Δήμο Αγίου Γεωργίου και εγκαινιάστηκε το 2008.
          Παραδοσιακά οι μπαρουτόμυλοι ήταν λιθόκτιστα κτίρια διαστάσεων 6-8 μέτρα μήκος, 3-5 μέτρα πλάτος και 3 μέτρα ύψος. Σε μερικούς μπαρουτόμυλους λειτουργούσε παράλληλα (σε διπλανό κτίριο) αλευρόμυλος και νεροτριβίο (μαντάνι - για πλύσιμο υφασμάτων-χαλιών). Η μαυριλιώτικη μπαρούτη περιείχε 12,5% θειάφι, 12,5% ξυλοκάρβουνο, 75% νιτρικό κάλλιο (τζερβιτζιλέ το ονομάζανε) και ανάλογο νερό. Ο μηχανισμός των μπαρουτόμυλων διέφερε από αυτήν των νερόμυλων (για άλεσμα σιτηρών) στο ότι η κυκλική κίνηση δεν γύριζε μυλόπετρα αλλά μετατρέπονταν σε παλιδρομική. Τα παλληκάρια (έτσι ονομάζονταν τα κάθετα ξύλινα παλούκια που περιείχε ο μπαρουτόμυλος) με αυτό το τρόπο ανεβοκατέβαιναν και στο κάτω μέρος η ημισφαιρική άκρη τους (ονομάζονταν στούμπος) κοπανούσε το μείγμα υλικών μέσα σε ένα ξύλινο γουδί (το γουδί το ονόμαζαν τσούμα ή γούβα). Το μείγμα υλικών (θειάφι, ξυλοκάρβουνο, νιτρικό κάλιο και νερό) κοπανιόντουσαν ρυθμικά για 5-6 ώρες μέχρι να πάρουν την μορφή ζυμαριού (σαν ζυμάρι ψωμιού). Για την αποφυγή εκρήξεων σε όλα τα στάδια επεξεργασίας της μπαρούτης τα γουδιά (στούμες) καθώς και τα παλληκάρια με τις ημισφαιρικές άκρες ήταν ξύλινα . Απαγορεύονταν μεταλλικά υλικά ή πετραδάκια μέσα στα γουδιά ώστε να αποφεύγεται η ανάφλεξη που θα μπορούσε να προκαλέσει τυχαία σπίθα από τις τριβές.

       Οι μπαρουτόμυλοι λειτούργησαν για 200 περίπου χρόνια (1700-1914) και συντέλεσαν στην οικονομική άνθιση του χωριού αλλά και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Στο χωριό υπήρχαν 12 ή 15 μπαρουτόμυλοι (από την πηγή Γκούρα μέχρι την θέση Τούρνια) και η τεχνογνωσία κατασκευής μπαρούτης εικάζεται ότι ήρθε είτε από Μαυριλιώτες της Κωνσταντινούπολης, είτε από το χωριό Δημητσάνα Αρκαδίας όπου και εκεί υπήρχαν μπαρουτόμυλοι. Υπάρχουν αναφορές για 4-5 χειρώνακτες μπρατουτοτεχνίτες. Επίσης σώζονται 2 επιστολές του Αθανάσιου Διάκου για προμήθεια πυρομαχικής ύλης από το χωριό:

    «Ο προσκυνητής προς τους άρχοντες της Λεβαδειάς. Απέρκουσα Ομέρ Βρυώνην εις Πατρατζίκι (Υπάτη), ήδη μεταβαίνω εις Λαμίαν. Αποστείλετε δυναμένους κρατήσουν όπλα και βόλια άφθονα. Μαύρην ύλην επρομηθεύθην εκ Μαρυίλου.» (Αθανάσιος Διάκος - Επιστολή)

   «Τιν ευγένειάν σας προσκυνό. Σας ηδοποιώ ότι μας υποσχέθηκαν εις του Μαβρίλου να μας προφτάσουν 80 οκά παρούτη και σήμερις εστήλαμεν τα άσπρα δια να μας την φέρουν..» (Αθανάσιος Διάκος - 821 Απρίλης 11 - Αλαμάνα Χάνι)

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Ε. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ ΑΕΡΟΠΟΡΟΣ ΣΕ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ

Εμμανουήλ Αργυρόπουλος (1889 – 1913)


Εμμανουήλ Αργυρόπουλος
Ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος και το αεροπλάνο του
     Έλληνας μηχανικός και αεροπόρος. Πρωτοπόρος της ελληνικής αεροπορίας και o πρώτος νεκρός της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας.
     Ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος γεννήθηκε το 1889 και ήταν γιος του διπλωμάτη Γεωργίου Αργυρόπουλου, πρεσβευτή της Ελλάδας στη Ρωσία. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στη Γερμανία και αεροπλοΐα στη Γαλλία. Τον Ιανουάριο του 1912 επέστρεψε στην Ελλάδα, φέρνοντας μαζί του το διαλυμένο σε κομμάτια ιδιόκτητο αεροπλάνο του, ένα μονοπλάνο τύπου Νιεπόρ (Nieuport IVG), ιπποδυνάμεως 50 ίππων.
     Με τη βοήθεια των μηχανικών της στρατιωτικής μονάδας του Ρουφ στην Αθήνα, το συναρμολόγησε και ύστερα από λίγες ημέρες ήταν έτοιμος για την πρώτη του πτήση στους ελληνικούς ουρανούς. Στις 6 Φεβρουαρίου 1912 ανακοίνωσε μέσω των αθηναϊκών εφημερίδων το εγχείρημά του αυτό, ορίζοντας ως τόπο απογείωσης την περιοχή του Ρουφ και χρόνο την Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου. Πράγματι, την προκαθορισμένη ημερομηνία πλήθος κόσμου κατέκλυσε τον χώρο του αυτοσχέδιου αεροδρομίου για να θαυμάσει το πρωτοφανές θέαμα. Ακριβώς στις 8:10 το πρωί ο Αργυρόπουλος «σήκωσε» το αεροπλάνο του, υπό τις επευφημίες του πλήθους, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α', ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και πολλοί επίσημοι. Η πτήση αυτή, που σηματοδοτεί τη γέννηση της ελληνικής αεροπορίας, διήρκεσε 16 λεπτά και υπήρξε απόλυτα επιτυχής. Μία ώρα αργότερα έγινε και δεύτερη πτήση, με συνεπιβάτη τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Το αεροπλάνο διέγραψε μερικούς κύκλους πάνω από τον χώρο απογειώσεως σε ύψος 80 μέτρων και προσγειώθηκε ύστερα από 4 λεπτά με επιτυχία.
        Μετά και τη δεύτερη πτήση ακολούθησε η βάπτιση του αεροπλάνου, με ανάδοχο τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος του έδωσε το όνομα Αλκυών (αποδημητικό πτηνό, κοινώς ψαροπούλι) και με ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι ευχήθηκε τα ακόλουθα: «Εύχομαι όπως η Αλκυών τερματίσει φυσικόν τον βίον. Εύχομαι όπως ο κ. Αργυρόπουλος, ο πρώτος Έλλην αεροναύτης, που πέταξε υπέρ τα ιερά εδάφη, συνεχίσει επί άλλου τελειότερου μηχανήματος, το οποίον να οφείλεται εξ ολοκλήρου εις αυτόν, τας ενδόξους παραδόσεις του Ικάρου, χωρίς τας ατυχίας εκείνου, προς δόξαν και αυτού και της Ελληνικής Πατρίδος».
      Στις 12 Φεβρουαρίου 1912 ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος πραγματοποίησε νέα πτήση πάνω από το Παλαιό Φάληρο. Ως χώρος απογειώσεως αυτή τη φορά χρησιμοποιήθηκε η περιοχή του Ζωολογικού Κήπου. Πλήθη λαού από την Αθήνα και τον Πειραιά έσπευσαν να θαυμάσουν τον ατρόμητο Έλληνα αεροπόρο, σε μία εξίσου επιτυχημένη πτήση, που κατέληξε σε ανέλπιστη αεροπορική γιορτή. Το πλήθος σήκωσε στα χέρια τον Αργυρόπουλο και τον έφερε θριαμβευτικά στη βασιλική εξέδρα, όπου δέχθηκε τα θερμά συγχαρητήρια του βασιλιά Γεωργίου A'.
      Όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι τον Οκτώβριο του 1912, ο Αργυρόπουλος εντάχθηκε στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων, με τον βαθμό του υπολοχαγού. Στις 4 Απριλίου 1913 απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Λεμπέτ της Θεσσαλονίκης (στη σημερινή Σταυρούπολη), με ένα αεροπλάνο τύπου Μπλεριό 11 (λάφυρο από τον τουρκικό στρατό) και συνεπιβάτη τον αγωνιστή και ποιητή Κωνσταντίνο Μάνο. Η αποστολή τους ήταν αναγνωριστική για την ανίχνευση των κατεχομένων από τον βουλγαρικό στρατό περιοχών πλησίον της Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια της πτήσης το αεροσκάφος του υπέστη μηχανική βλάβη και κατέπεσε κοντά στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης. Και οι δύο επιβαίνοντες βρήκαν ακαριαίο θάνατο. Ο πρωτοπόρος της Ελληνικής Αεροπορίας Εμμανουήλ Αργυρόπουλος ήταν μόλις 24 ετών και ο Κωνσταντίνος Μάνος 44 ετών.

Ο Κωνσταντίνος Μάνος (1869 - 1913) ήταν Έλληνας πολιτικός, ποιητής και αγωνιστής.

     Γεννήθηκε το  1869 στην Αθήνα. Οι γονείς του κατάγονταν από ιστορικές οικογένειες. Συγκεκριμένα ο πατέρας του, Θρασύβουλος Μάνος, ήταν στρατηγός και καταγόταν από τη φαναριώτικη οικογένεια με απώτερη καταγωγή την Καστοριά, ενώ η μητέρα του, Ρωξάνη Μαυρομιχάλη, από την οικογένεια Μαυρομιχάλη. Ήταν θείος της Ασπασίας Μάνου συζύγου του βασιλιά Αλέξανδρου Α'. Σπούδασε νομική στη Λειψία και φιλοσοφία στην Οξφόρδη. Διετέλεσε καθηγητής της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισσάβετ. Πρωτοστάτησε στη διοργάνωση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας. Υπήρξε ιδρυτής του Α.Ο. Αθηνών.
Κωνσταντίνος Μάνος
 
       Με την κήρυξη της Κρητικής Επανάστασης πήγε στην Κρήτη όπου και ηγήθηκε του Ιερού Λόχου, που δημιούργησε. Διάφορες απογοητεύσεις τον οδήγησαν να αφήσει την Ελλάδα και να ταξιδέψει, φτάνοντας μέχρι και την Αλάσκα. Επέστρεψε αργότερα στην Κρήτη για να διατελέσει δήμαρχος στα Χανιά για μία διετία (19001902).
         Η αγωνιστική του δράση όμως δεν περιορίστηκε στην Κρητική Επανάσταση. Πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Μιχαηλίδης. Το 1905 έλαβε μέρος στην κρητική συνέλευση τoυ Θερίσσου, ενώ ήρθε σε αντιπαράθεση με τον πρίγκιπα Γεώργιο, ύπατο αρμοστή της Κρητικής πολιτείας. Το 1909 πήρε μέρος στο Κίνημα στο Γουδί. Στη συνέχεια διορίστηκε αντιπρόσωπος και στις δύο αναθεωρητικές βουλές που ακολούθησαν.
     Τελευταίος του αγώνας ήταν η συμμετοχή του στους Βαλκανικούς πολέμους (19121913), όπου ήταν αρχηγός στρατιωτικού σώματος το οποίο βοήθησε μεταξύ άλλων και στην απελευθέρωση της Πρέβεζας. Τον Απρίλιο του 1913 βρήκε τραγικό τέλος όταν το αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε συνετρίβη στον Λαγκαδά, κατά τη διάρκεια ανιχνευτικής πτήσης σε βουλγαρικό στρατόπεδο.

Λογοτεχνικό έργο 

         Παρά τα μόλις 44 χρόνια της ζωής του, ο Κωνσταντίνος Μάνος έγραψε αρκετά ποιήματα, τα οποία δημοσίευσε στη μοναδική συλλογή που εξέδωσε υπό τον τίτλο «Λόγια της Καρδιάς». Η συλλογή του αυτή τιμήθηκε με τον πρώτο έπαινο στον Φιλαδέλφειο διαγωνισμό. Πρωτοστάτησε επίσης στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας μαζί με τον Λορέντζο Μαβίλη. Εξέδωσε μάλιστα το 1905 μετάφραση της Αντιγόνης του Σοφοκλή στη δημοτική, γεγονός πρωτοποριακό για την εποχή του.

 

 

                                                 Η ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

 

Το μνημείο πριν

 

           Στο σημείο που έχασαν τη ζωή τους οι δύο ήρωες, συγγενείς του Αργυρόπουλου ανήγειραν μνημείο που η πολιτεία “αγνωμονούσα” άφησε να ρημάξει. Ευτυχώς η ιδιωτική πρωτοβουλία “Φίλαθλοι του Ηρακλή” το καθάρισαν και το ανέδειξαν έτσι ώστε οι πολιτειακοί παράγοντες να το ξαναθυμηθούν και να βγάζουν λόγους στις επετείους (τα σχόλια δικά σας).
Το μνημείο μετά!!



                               
                                             ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ BLERIOT XI
 Το  Bleriot XI ήταν μονοπλάνο και δημιούργημα του Louis Bleriot. Με ένα τέτοιο αεροπλάνο ο  Louis Bleriot κατάφερε στις 25 Ιουλίου του 1909 να διασχίσει τη Μάγχη σε 36 λεπτά. Με αυτό του το επίτευγμα έγινε διάσημος και οι παραγγελίες για το λεπτεπίλεπτο δημιούργημά του  κατέλκυσαν το εργοστάσιό του. Μέχρι το 1913 800 αεροπλάνα είχαν παραδοθεί σε πιλότους που εκπαιδεύονταν στην ονομαστή σχολή του Μπλεριό. Τα προβλήματα άρχισαν όταν υποκύπτοντας στις απαιτήσεις πολλών ριψοκίνδυνων πιλότων η εταιρία προσάρμοζε ισχυρότερους κινητήρες στο σκάφος που καταπονούσαν την κατασκευή και προκαλούσαν καταστροφικές αστοχίες κατά τη διάρκεια ελιγμών εν ώρα πτήσης.
Bleriot XI
Πολλοί διάσημοι Γάλλοι πιλότοι όπως οι Leon Delagrange, Hubert Leblon, και George Chavez βρήκαν τραγικό θάνατο όταν τα αεροσκάφη του διαλύθηκαν μυστηριωδώς στον αέρα. Τα πολλά δυστυχήματα ώθησαν τις κυβερνήσεις Γαλλίας και Αγγλίας να απαγορεύσουν τις πτήσεις μονοπλάνων παρόλες τις προσπάθειες του Louis Bleriotνα ενισχύσει την αντοχή της πτέρυγας.





Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

ΘΩΡΗΚΤΟ ΛΗΜΝΟΣ (ΒΒ-24)





Το U.S.S. IDAHO κατά τη διάρκεια ναυπήγησής του

 

           Το Θ/Κ Λήμνος (BB-24) ήταν θωρηκτό του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού κλάσης Mississippi. Έλαβε το όνομα Λήμνος σε ανάμνηση της νικηφόρας ναυμαχίας της Λήμνου της 5ης Ιανουαρίου 1913, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να κριθεί οριστικά η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο πέλαγος.
Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος στο κατάστρωμα του ΛΗΜΝΟΣ 27/6/1919

     Η ναυπήγησή του ξεκίνησε το 1904 στις ΗΠΑ για λογαριασμό του Αμερικανικού Ναυτικού, στο οποίο υπηρέτησε ως USS Idaho (BB-24) από το 1908 μέχρι το 1914, οπότε και αμφότερα τα πλοία κλάσης Mississippi (το δεύτερο ήταν το Θ/Κ Κιλκίς (BB-23) - πρώην USS Mississippi) αγοράστηκαν από την Ελλάδα.
            Παραλήφθηκε από το Newport News της Virginia τον Ιούλιο του 1914, με βεβιασμένες ενέργειες της Ελληνικής Κυβερνήσεως, σε μια προσπάθεια αντισταθμίσεως των τουρκικών ναυτικών εξοπλισμών, χωρίς να είναι και τα απολύτως κατάλληλα. Κύριο μειονέκτημα τους ήταν η μικρή ταχύτητα και το ότι ήταν χαμηλά για ωκεανοπλοΐα. Νεωτερισμός στα πλοία αυτά αποτέλεσε η ευρεία χρήση ηλεκτροκινήτων μηχανημάτων.

                              Επιχειρησιακή δράση

                    Τα δύο πλοία καταλήφθηκαν από τους Γάλλους μαζί με τον υπόλοιπο Ελληνικό Στόλο το 1916, εξαιτίας της Ελληνικής ουδετερότητας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν τον Ιούνιο του 1917 ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέλαβε και πάλι την διακυβέρνηση της χώρας και η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο με τους συμμάχους της Αντάντ (Τριπλής Συμμαχίας), η Γαλλία επέστρεψε τα πλοία στο Βασιλικό Πολεμικό Ναυτικό.
                   Έλαβε μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, στις επιχειρήσεις της Κριμαίας το 1919 υπό τον Υποναύαρχο Γ. Κακουλίδη,ΒΠΝ, με τα Κιλκίς, Λέων και Πάνθηρ. Στη Μικρασιατική Εκστρατεία ήταν η αρχηγίδα του Β' Στόλου υπό τον Υποναύαρχο Γ. Καλαμίδα,ΒΠΝ, που είχε έδρα τη Σμύρνη και αποστολή την επιτήρηση των παραλίων του Βοσπόρου, της Προποντίδος και της Μ. Ασίας.
Από το 1926 έως και το 1928 έκανε γενική επισκευή στους λέβητες του .
Παρέμεινε σε υπηρεσία μέχρι το 1932, οπότε και παροπλίστηκε. Ο οπλισμός του χρησιμοποιήθηκε στα πυροβολεία του οχυρού της Αιγίνης.


Lhmnos bb24 2.jpg
Θ/Κ Λήμνος (BB-24)
Χαρακτηριστικά
Έναρξη ναυπήγησης 1904
Παροπλισμός 1932
Δίδυμα σκάφη Κιλκίς
Γενικά Χαρακτηριστικά
Εκτόπισμα 13,000 τόνοι
Μήκος 114,3 μέτρα
Πλάτος 23,5 μέτρα
Βύθισμα 7,5 μέτρα
Πρόωση Τριπλής διαβάθμισης μηχανές, 2 προπέλες
Ταχύτητα 17 knots
Πλήρωμα 34 Αξιωματικοί, 710 Ναύτες
Οπλισμός
  • 4 πυροβόλα των 305 χιλ./45 σε δίδυμους πύργους
  • 8 πυροβόλα των 203 χιλ./45 σε 4 δίδυμους πλευρικούς πύργους
  • 8 πυροβόλα των 178 χιλ./45 σε 4 δίδυμους πλευρικούς πύργους
  • 11 πυροβόλα 76 χιλ.
  • 4 πυροβόλα 57χιλ.
  • 2 πυροβόλα Α/Α 76 χιλ.
  • 2 τορπιλοσωλήνες των 21 ιντσών
Θωράκιση Στο σκάφος 229 έως 92 χιλ., στους πύργους 305 έως 203 χιλ



ΠΗΓΗ 1) http://el.wikipedia.org
            2)http://www.hellenicnavy.gr/

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

ΘΩΡΗΚΤΟ ΚΙΛΚΙΣ (ΒΒ-23)

Το ΚΙΛΚΙΣ κατά τη ναυπήγηση του σαν U.S.S. MISSISSIPI

 

     Το Θωρηκτό Κιλκίς (BB-23) ήταν θωρηκτό του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού κλάσης Mississippi.
       Η ναυπήγησή του ξεκίνησε το 1903 στα ναυπηγεία ‘USA – Wn – Cramp & Sone Ship - & Engine building Co Philadelphia Pa’ για λογαριασμό του Αμερικανικού Ναυτικού, στο οποίο εντάχθηκε ως USS Mississippi (BB-23) από το 1908 μέχρι το 1914, οπότε και αμφότερα τα πλοία κλάσης Mississippi (το δεύτερο ήταν το θωρηκτό Λήμνος - πρώην USS Idaho) αγοράστηκαν εσπευσμένα από την Ελλάδα προς ενίσχυση του ελληνικού στόλου μετά τη ναυπήγηση δυο τουρκικών θωρηκτών. Παραλήφθηκε από το Νιούπορτ Νιουζ της Βιρτζίνια τον Ιούλιο του 1914, με βεβιασμένες ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης σε μια προσπάθεια αντιστάθμισης των τουρκικών ναυτικών εξοπλισμών, χωρίς όμως τα δυο πλοία να είναι και τα απολύτως κατάλληλα. Κύριο μειονέκτημα τους ήταν η μικρή ταχύτητα. Νεωτερισμός στα πλοία αυτά αποτέλεσε η ευρεία χρήση ηλεκτροκινήτων μηχανημάτων.
    Τα Κιλκίς και το Λήμνος στη συνέχεια κατασχέθηκαν από τους Γάλλους μαζί με τον υπόλοιπο Ελληνικό Στόλο το 1916, εξαιτίας της ελληνικής ουδετερότητας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν τον Ιούνιο του 1917 ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέλαβε και πάλι την διακυβέρνηση της χώρας και η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο με τους συμμάχους της Αντάντ, η Γαλλία επέστρεψε τα πλοία στο Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό.
     Το Θωρηκτό Κιλκίς έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως μοιραρχίδα του μοιράρχου του ελληνικού ελαφρού στόλου του Γ. Κακουλίδη. Μετά τη τουρκική συνθηκολόγηση την 1 Νοεμβρίου 1918 το Κιλκίς κατέπλευσε με άλλα πλοία του στόλου στη Νικομήδεια και από εκεί στη Κωνσταντινούπολη. Το 1919 συμμετείχε στις επιχειρήσεις της Κριμαίας κατά των Μπολσεβίκων στον Εύξεινο Πόντο και μετά το πέρας των οποίων έπλευσε ξανά για στη Κωνσταντινούπολη όπου και παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων της Μικρασιατικής εκστρατείας, (1919-1922).
Μετά τη κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου τον Αύγουστο του 1922, το Κιλκίς μαζί με το Λήμνος κάλυψαν την υποχώρηση και την επανεπιβίβαση των υποχωρούντων τμημάτων της μικρασιατικής στρατιάς στη Σμύρνη και Τσεσμέ και, στη συνέχεια, κατέπλευσαν στη Χίο και κρατήθηκαν εκεί χωρίς να προσφέρουν κάλυψη στον άμαχο ελληνογενή πληθυσμό της Μικράς Ασίας.
Η στιγμή της προσβολής του πλοίου στο ναύσταθμο Σαλαμίνας από J87 stuka
      Όταν στη συνέχεια έγινε κίνημα, διατάχθηκε ο Κυβερνήτης του Κιλκίς πλοίαρχος Δεμέστιχας να σπεύσει στη Σάμο και να παραμείνει εκεί για την αποκατάσταση της τάξης και την επιβολή της επανάστασης. Αργότερα το Κιλκίς ενώθηκε με το στόλο του μοίραρχου Α. Χατζηκυριάκου και κατέπλευσε στο Κερατσίνι και από εκεί τον Μάρτιο του 1923 κατέπλευσε στον Βόλο. Στη περίοδο 1925-1928 το Κιλκίς παρέμεινε σε μακρά ακινησία στον Πειραιά για γενική επισκευή και αναλεβήτωση, μ' ένα μακρόπνοο σχέδιο εξοπλισμού έναντι του τουρκικού Γιαβούζ που όμως δεν ξεκίνησε ποτέ.
       Έτσι μετά το 1928 παρέμεινε σ΄ ενέργεια μέχρι το 1931, οπότε και παροπλίστηκε. Χρησιμοποιήθηκε ως Σχολή Πυροβολικού και στη πρώτη φάση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως αντιαεροπορικό πυροβολείο του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και βοηθητικό καταφύγιο. Στις 23 Απριλίου 1941 το Κιλκίς, δεχόμενο τρεις βόμβες στο μεσόστεγο και αριστερά βυθίστηκε στον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας μετά από επίθεση γερμανικών βομβαρδιστικών Stuka, στη διάρκεια στην Γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα[1]. 1947-1949.
Το ΚΙΛΚΙΣ μισοβυθισμένο στο αγκυροβόλιό του
Αργότερα οι Γερμανοί απέκοψαν τους ιστούς και καπνοδόχους για ανάγκες δικού τους υλικού. Ανελκύσθηκε και διαλύθηκε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον τότε Οργανισμό Ανέλκυσης Ναυαγίων (ΟΑΝ).




Kilkis B-23 2.jpg
Θ/Κ Κιλκίς (BB-23)                                                        

Διαστάσεις: Μήκος 114,3μ   Πλάτος 23,5μ   Βύθισμα 7,5 μ
Εκτόπισμα: 13.000 / 14.465 τόν.
Πρόωση: 1.400 hp
Ταχύτητα: 17 κόμβοι 
Πλήρωμα: 34 Αξιωματικοί  710 ναύτες
Οπλισμός: 4 πυροβόλα των 305 χιλ./45 σε δίδυμους πύργους, 8 πυροβόλα των 203 χιλ./45 σε 4 δίδυμους πλευρικούς πύργους, 8 πυροβόλα των 178 χιλ./45 σε 4 δίδυμους πλευρικούς πύργους, 11 πυροβόλα 76 χιλ., 4 πυροβόλα 57χιλ. και 2 πυροβόλα Α/Α 76 χιλ.
Θωράκιση: Στο σκάφος 229 έως 92 χιλ., στους πύργους 305 έως 203 χιλ.


ΠΗΓΕΣ http://el.wikipedia.org
               http://www.hellenicnavy.gr/
















Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

ΤΟ ΙΝΔΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

 

    Ένα χειμωνιάτικο βράδυ προσπαθώντας να βγώ από τα στενοσόκακα του οικισμού δενδροποτάμου βρέθηκα σε ένα μονοπάτι με μια πολυκαιρισμένη επιγραφή στα ελληνικά:

"Ινδικό νεκροταφείο". Δεν είχα ξανακούσει για κάτι τέτοιο. Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία του και μας διδάσκει πως συμπεριφέρονται άλλες χώρες στους νεκρούς στρατιώτες τους ακόμη και αν πρόκειται για άτομα από τις αποικίες τους σε αντίθεση με την συμπεριφορά της πατρίδας μας....

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Της Ελένης Αμπατζή


Κάποτε με τη στρατιά που ακολουθούσαν κατέληξαν σε μια πόλη παραλιακή, γεμάτη λάσπη και ταλαιπωρημένους πρόσφυγες, όπου θέριζε η ελονοσία.  Ήταν τα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου (1914-19), που έφερε στη Θεσσαλονίκη την πολυεθνική στρατιά την Ανατολής.  Αναρωτιέται κανείς αν ήξεραν καν σε ποιο μέρος της γης βρίσκονταν όταν πέθαναν.  Και είναι αμφίβολο αν ήξεραν πολλοί από αυτούς γιατί πολεμούσαν οι ίδιοι ή τα συντάγματά τους και για ποια ιδανικά πέθαναν.  Παρασυρμένοι από την ορμή των συμμάχων να αναχαιτίσουν τους Γερμανούς και Βουλγάρους, περίπου 520 κυρίως φτωχοί και αγράμματοι Ινδοί τέλειωσαν τη ζωή τους στη Θεσσαλονίκη. [1]

Τελείως ξεχασμένοι βρίσκονται στη δυτική Θεσσαλονίκη από το 1916-20 οι τάφοι και μνημεία  των ανθρώπων αυτών. [2]  Το ινδικό νεκροταφείο του τέως Χαρμάνγκιοϊ[3]  είναι χώρος ξεχωριστός, που απέχει μερικά χιλιόμετρα από τα συμμαχικά νεκροταφεία της περιόδου[4], δηλαδή το Ζέιτελνικ. Βρίσκεται στην οδό Μοναστηρίου, κοντά στην είσοδο του στρατοπέδου Ζιάκα και δίπλα στις γραμμές του τραίνου. Αποτελείται από 5,5 στρέμματα γης περιφραγμένα με ένα χαμηλό γκρίζο πέτρινο τοίχο και φυτεμένα με πεύκα και κυπαρίσσια, που από μακριά φαίνονται σαν μια συστάδα πράσινου στην βιομηχανική τσιμεντούπολη που τώρα εκτείνεται εκεί.  Ο χώρος, που τον περιποιείται το Commonwealth War Graves Commission,[5] είναι καθαρός και καλαίσθητα σχεδιασμένος   Στην είσοδο  υπάρχει μια ιστορική αφήγηση (ένθετο)
    
Το νεκροταφείο περιέχει: 
·         ένα οκτάγωνο κτίσμα μέσα στο οποίο προφανώς βρίσκονται στάχτες ανθρώπων .  Αναφέρονται 220 άτομα.  Τα ονόματα, αριθμοί, και ειδικότητες είναι γραμμένα σε άσπρο μάρμαρο με μαύρα γράμματα.
·         ένα μνημείο πεσόντων, των οποίων τα οστά ή είναι θαμμένα σε ανώνυμους τάφους ή δεν βρέθηκαν.  Αναφέρονται 163 άτομα, των οποίων τα ονόματα είναι χαραγμένα σε μαύρο γρανίτη.
·         μεμονωμένους τάφους περίπου 105 ατόμων με μικρές όρθιες ταφόπετρες.
·         έναν τάφο αρχιλοχία μονάδας μεταγωγικών με μεγάλη ταφόπετρα.[6]

Πιθανώς οι Άγγλοι (τότε κυρίαρχοι της Ινδίας) τους έθαψαν σε χωριστό χώρο, σχετικά μακριά από τα άλλα συμμαχικά κοιμητήρια, γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν χριστιανοί.  Έτσι, δημιουργήθηκε ένα νεκροταφείο που παρόμοιο του μάλλον δεν υπάρχει, γιατί τα άτομα διαφόρων θρησκειών σχεδόν παντού θάβονται σε χωριστούς χώρους, ενώ ινδουιστικά νεκροταφεία δεν υπάρχουν πουθενά.  Στο ινδικό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης βρίσκονται ανάκατοι περίπου 384 ινδουιστές , 107  μουσουλμάνοι, 26 Sikh, και 1-3 χριστιανοί. 
Γενικά, οι νεκροί ινδουιστές καίγονται και οι μουσουλμάνοι θάβονται.  Όσοι κάηκαν στην Θεσσαλονίκη ήταν σχεδόν όλοι ινδουιστές, αλλά πολλοί που θάφτηκαν ήταν επίσης ινδουιστές.   Φυσικά αυτό δείχνει ότι στην αναμπουμπούλα του πολέμου γίνονταν ότι ήταν λογικό εκείνη τη στιγμή.  Πιθανώς να έκαιγαν μαζί τα πτώματα όταν ήταν πολλά και να τα έθαβαν όταν πέθαιναν ένας-ένας.   Οι μεμονωμένοι τάφοι έχουν χαραγμένα σε άσπρο μάρμαρο το όνομα, την ειδικότητα, αριθμό, ημερομηνία θανάτου, αλλά και μία ευχή.  Η πιο κοινή επιγραφή είναι στα αραβικά, παρόλο που πολλοί τάφοι ανήκουν σε ινδουιστές:  hua gafúr, Αllah gafúr talíhi (συγχωρεί, ο Αλλάχ συγχωρεί στο τέλος - εικόνα 4).   Σε ορισμένους τάφους των Sikh υπάρχουν ευχές  στα Punjábi: Ek Om kára Shri wáhe Guru ji ki fatéh (νίκη στον σεβάσμιοguru των Sikh  ).[7]
Στο μνημείο των πεσόντων, επάνω από τις πλάκες με τα ονόματα των πεσόντων είναι γραμμένα τα εξής (κεντρική επιγραφή  ):
To the glory of God in honoured memory the hundred and sixty three Indian soldiers, followers, and labourers of the British Salonika force and of the Army of the Black Sea, whose names are here recorded.
(Με τη δόξα του Θεού, στην τιμώμενη μνήμη των 163 Ινδών στρατιωτών, ακολούθων, και εργατών της Βρετανικής δύναμης Θεσσαλονίκης και του στρατού της Μαύρης Θάλασσας, των οποίων τα ονόματα αναγράφονται εδώ.)
Στις δύο άκρες του μνημείου υπάρχουν οι εξής επιγραφές:
         -  Ek Om kára Shri wáhe Guru ji ki fatéh (Punjábi  - Ένας ο Θεός, νίκη στον σεβάσμιο guru των Sikh) .[8]
Bism Illah arrahmán arrahím (Αραβικά - στο όνομα του Αλλάχ του πολυεύσπλαχνου)   Om Bhágwate namáh (Σανσκριτικά -προσκυνώ σε, υπέρτατη θεότητα) .
Εμφανώς αργότερα κάποιοι άλλοι Ινδοί υπάλληλοι των Άγγλων, έγραψαν τις επιγραφές στις ινδικές γλώσσες.  Αυτό δεν έγινε μόνο στην Θεσσαλονίκη αλλά και στα νεκροταφεία της Ευρώπης που θάφτηκαν αρκετοί Ινδοί.  Ο σεβασμός με τον οποίον τους έθαψαν και τους συντηρούν ως σήμερα οι Άγγλοι είναι συγκινητικός.  Μας δίνει και μια ιδέα για τους λόγους που οι Ινδοί, παρά τον αγώνα τους για ανεξαρτησία δεν έπαψαν να συμπαθούν και να μιμούνται τους Άγγλους. 
Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι και από που έρχονταν; Το Commonwealth War Graves Commission έχει αρχείο που ευγενώς διαθέτει σε κάθε ενδιαφερόμενο.[9]  Αυτό αναφέρει τον τόπο καταγωγής κάθε θανόντος, όνομα πατρός ή συζύγου, αριθμό ταυτότητας, σύνταγμα στο οποίο υπηρέτησε και ημερομηνία θανάτου. Για τους εντρυφούντες στην ινδολογία, τα στοιχεία του νεκροταφείου αποτελούν πλούσιο εθνογραφικό υλικό.  Στο άρθρο αυτό αναλύονται μερικές πληροφορίες.
Ο Στρατός της Αγγλoκρατούμενης Ινδίας
Κατά τα χρόνια της βρετανικής κατοχής στην Ινδία, στο στρατό πήγαιναν συνήθως άτομα φτωχά ή χαμηλής κάστας.  Επίσης πήγαιναν οι παραδοσιακά "στρατιωτικές ράτσες" ("martial races"), όπως τις εννοούσαν οι Άγγλοι:  μεγαλόσωμοι Sihks από το Punjáb, γενναίοι Rájputs από το Rajasthán, Jats από τις βορειοδυτικές πολιτείες, και ευέλικτοι Gúrkhas από τις ορεινές περιοχές του Νεπάλ.  Το Νεπάλ ποτέ δεν περιήλθε σε αγγλική κατοχή, αλλά οι Άγγλοι στρατολογούσαν τους κυρίως ινδουιστές Gúrkha και τους θεωρούνταν περίπου Ινδούς.  Έτσι, οι περισσότεροι θανόντες ήταν από τις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές, εκ των οποίων μερικές αργότερα έγιναν Πακιστάν.  Εξαίρεση στη βόρεια καταγωγή και τις «στρατιωτικές ράτσες» αποτελούν έξι άτομα από το νότο (κυρίως Μadrás), κάπου 20 άτομα από την περιοχή της Βομβάης (σήμεραMaharástra και Gujarát), και πέντε ναυτικοί από την τότε ανατολική Βεγγάλη και σημερινό Bangladésh.[10]
Τα μνημεία και τα αρχεία δείχνουν ότι οι νεκροί προέρχονταν από 36 διαφορετικές αγγλο-ινδικές στρατιωτικές μονάδες (units - Πίνακας 1). Αυτές είχαν 700-800 άτομα, και 10-15 από αυτές έκαναν ένα σύνταγμα.  Για τους ινδούς αξιωματικούς χρησιμοποιούνταν τα ινδικά ονόματα, όπως náik(δεκανέας),  havaldár (ή havildár - λοχίας), subédar (λοχαγός).  Οι Ινδοί αξιωματικοί ήταν μόνο χαμηλόβαθμοι, δηλαδή δεκανείς, λοχίες, το πολύ λοχαγοί, ενώ οι ανώτεροι αξιωματικοί ήταν Άγγλοι.  Ο ψηλότερος βαθμός που μπορούσε να πάρει ένας Ινδός εκείνη την εποχή ήταν subédar major.
Ορισμένοι από τους νεκρούς φαίνεται να ήταν βοηθοί ή μάχιμοι σε αγγλικές μονάδες, όπως το Royal Field Artillery.  Όμως, οι περισσότεροι Ινδοί ήταν καταταγμένοι κυρίως σε ειδικές για αυτούς μονάδες, π.χ. 24th Punjabis, 10th Jats, Bhopal Infantry (πεζικό), ή 6th Gurkha Rifles. Στις κυρίως βορειοδυτικές μονάδες αναφέρεται και μία από την Karnátaka (80th Carnatic Infantry), που βρίσκεται στο νότο της Ινδίας.

Πίνακας 1.  Οι Στρατιωτικές Μονάδες που Μνημονεύονται στο Ινδικό Νεκροταφείο
Βοηθητικές
India Survey Detachment                        Indian Mercantile Marines
Followers Central Depot                          Indian Labour Corps
Army Bearer Corps                                  Mule Corps
Supply and Transport Corps                      Burma Military Police
H.H.M. Holkar’s Transport Corps                Bharatpur Transport Corps[11]
Indore (Imperial Service) Transport Corps

Στρατιωτικές
Royal Garrison Artillery (βαρύ πυροβολικό)        Royal Field Artillery
No. 1 Mountain Battery R.G.A.  (κανόνια)          No. 2 Mountain Battery R.G.A.
No. 5 Mountain Battery R.G.A.                  No. 7 Mountain Battery R.G.A.
2nd Langers (Gardner’s Horse)                   95th Russell’s Infantry
24th Punjabis                                         25th Punjabis
31st Punjabis                                         66th Punjabis
67th Punjabis                                          76th Punjabis
84th Punjabis                                          89th Punjabis
80th Carnatic Infantry (πεζικό)                           2nd Q.V.O. Rajput Light Infantry
10th Jats                                                119th Infantry
9th Bhopal Infantry (πεζικό)                               Indian Royal Horse
4th Gurkha Rifles                                     6th Gurkha Rifles
39th Royal Garwhal Rifles                                             

Οι μάχιμοι Ινδοί που έπεσαν στη Θεσσαλονίκη ήταν σχετικά λίγοι (17%). Στους 520 νεκρούς αναφέρονται μόνο 71 απλοί στρατιώτες και 17 χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί (λοχίες, λοχαγοί - Πίνακας 2).  Η μεγάλη πλειοψηφία των θανόντων (83%) ήταν άμαχοι. Ανήκαν σε βοηθητικά σώματα όπως Indian Labour Corps (σώμα εργατών), Army Bearer Corps (σώμα στρατιωτικών αχθοφόρων), Mule Corps (σώμα μουλαριών), Supply and Transport Corps (σώμα ανεφοδιασμού και μεταγωγικών). Ένας αρχιλοχίας του οποίου σώζεται μεγάλου μεγέθους ταφόπετρα ήταν στα μεταγωγικά.  Επίσης είναι θαμμένα 33 άτομα του αγγλικού εμπορικού ναυτικού, που υπηρετούσαν στα πλοία Berali, Pathan, Virgin,Clenghorn, Caledonia, Kwang Ping, Chak Sang, Hartington, Frankenfels,Prominat, Fan Kito, και Haroo.
Το πιο κοινό επάγγελμα ήταν οδηγός.  Είναι άγνωστο αν οδηγούσαν αυτοκίνητα ή απλώς κάρα και ζώα, αλλά η αναφορά σε σώμα μουλαριών δείχνει ότι τουλάχιστον κάποιοι οδηγούσαν ζώα.   Οι υπόλοιποι ήταν υπηρέτες διαφόρων ειδικοτήτων:  νερουλάδες, χαμάληδες, σκουπιδιάρηδες, εργάτες, πλύντες ρούχων, μάγειροι, ιπποκόμοι, ξυλουργοί, σιδεράδες, σαμαράδες.  Οι ειδικότητες αυτές συχνά αναφέρονται στις επιγραφές με τα ονόματά τους στα Híndi, όπως τα χρησιμοποιούσαν οι Άγγλοι που είχαν ζήσει στην Ινδία: dhóbi (πλύντης), bhísti (νερουλάς), lángri (βοηθός κουζίνας), khalási (εργάτης), sáis (syce - ιπποκόμος), jamádar (σκουπιδιάρης), sépoy (στρατιώτης, σπαχής), láscar(στρατός, ασκέρι).

Πίνακας 2:  Τα Επαγγέλματα των Θαμμένων Ινδών

Στρατιωτικοί
havildár – λοχίας 6                                            havildár major αρχιλοχίας 1
lance náik - δεκανέας  10                                  náik – υποδεκανέας  1 
lance daffádar - άλλος χαμηλός βαθμός 1           sépoy - στρατιώτης πεζικού (σπαχής)  42
rifleman – οπλίτης  24                                       gunner - πυροβολητής  5

Βοηθητικοί
khalási – εργάτης  13                                         blacksmith - σιδεράς 1
driver - οδηγός 172                                           dhóbi - πλύντης ρούχων 1
bhísti - νερουλάς  2                                           lángri - βοηθός κουζίνας  1
jamádar - οδοκαθαριστής, σκουπιδιάρης  9          syce (sáis) ιπποκόμος  1
dresser –  νοσοκόμος  1                                     follower - ακόλουθος 8
laborer - εργάτης 32                                          bearer - χαμάλης, γκαρσόνι  6
saddler  - σαμαράς 1                                          cook - μάγειρας 1
head storekeeper - αποθηκάριος   1                    carpenter - ξυλουργός 2

Αγγλικό εμπορικό ναυτικό (κυρίως από το αρχείο)
seaman, sailor  - ναύτης 10                                deck boy – βοηθός καταστρώματος 1
greaser  - λαδωτής 1                                          follower – ακόλουθος 1
láscar (ασκέρι – Úrdu) 6                                     trimmer – άτομο που μαζεύει τα πανιά 3
foreman - επιστάτης 6                                        quartermaster(υποναύκληρος)  - 1

Οι 520 θανόντες αποτέλεσαν το 5% περίπου των 10.000 νεκρών της αγγλικής στρατιάς.  Οι ημερομηνίες θανάτου δίνουν μια ιδέα σχετικά με την ινδική παρουσία στην πόλη.  Δεν ξέρουμε πόσοι ήρθαν με την άφιξη της στρατιάς της Ανατολής, στις 5 Οκτωβρίου 1915, ούτε πόσοι βρίσκονταν εκεί στα διάφορα στάδια του πολέμου, όμως κάποιοι βρίσκονταν εκεί επί τουλάχιστον τέσσερα χρόνια. Οι πρώτοι δύο άνδρες (οδηγός Ram Dass και ο υποδεκανέας Bhairan) σκοτώθηκαν στις 14 Ιανουαρίου του 1916, ενώ ο τελευταίος (δεκανέας Arjan Singh) πέθανε από αρρώστια στις 21 Φεβρουαρίου 1920. Οι απώλειες ήταν αρχικά μικρές, μόνο 17 άνδρες το 1916 και 19 το 1917.  Αυτοί ήταν κυρίως οδηγοί σωμάτων μουλαριών και μεταγωγικών, όπως και ο αρχιλοχίας των μεταγωγικών Lutfali Khan.  Ίσως οι Ινδοί το 1916-17 ήταν λίγοι, βοηθοί σε αγγλικές μονάδες και σώματα μεταφορών.  (Αναρωτιέται κανείς αν μερικοί βοήθησαν στη μεγάλη πυρκαγιά του 1917.)  Πιθανώς οι ινδικές μονάδες με τους δικούς τους βοηθούς ήρθαν και πολέμησαν λίγο αργότερα, το 1918-19.  Το 1918 οι απώλειες αυξήθηκαν σε 299. Οι περισσότερες συνέβησαν στο εξάμηνο Σεπτεμβρίου 1918-Φεβρουαρίου 1919, όταν απεβίωσε το 66% των θαμμένων Ινδών.  Περίπου 48 στρατιώτες και οδηγοί έπεσαν στις αποφασιστικές μάχες του Σεπτεμβρίου 1918, που οδήγησαν στην παράδοση της Βουλγαρίας. Ο χειμώνας εκείνος ήταν μοιραίος.  Από τον Νοέμβρη 1918 ως τον Φεβρουάριο 1919, απεβίωσαν 222 άτομα, δηλαδή το 43% των θανόντων (66 τον Νοέμβριο, 82 τον Δεκέμβριο, 53 τον Ιανουάριο).  Με την λήξη του πολέμου ελαττώθηκαν οι θάνατοι, και η αγγλική στρατιά έφυγε πριν από το Μάιο του 1919.  Όμως, 12 άτομα πέθαναν τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1920.  Πιθανώς κάποιοι Ινδοί φύλαγαν αποθήκες συμμαχικού υλικού.
Τα αίτια θανάτου συνήθως δεν γράφονται, και θα υπέθετε κανείς ότι οι περισσότεροι σκοτώθηκαν σε μάχες.  Όμως η επιγραφή στην είσοδο του νεκροταφείου (ένθετο) μας λέει ότι περίπου οι μισοί θανόντες της αγγλικής στρατιάς πέθαναν από ελονοσία.  Ένας κακοθρεμμένος πληθυσμός θα ήταν πιο τρωτός στις κακουχίες και στα τραύματα, αλλά ενδημική ελονοσία υπάρχει σε πολλά μέρη της βορείου Ινδίας, και ίσως οι Ινδοί είχαν κάποια αντοχή,  Επίσης δεν αναφέρεται η ελονοσία ως αίτιο θανάτου πουθενά, και οι περισσότεροι θάνατοι δεν συνέβησαν το καλοκαίρι ή φθινόπωρο, όπως θα περίμενε κανείς.   Όμως αναφέρεται μερικές φορές γενικά κάποια αρρώστια ("died of sickness"), και δη για άτομα που απεβίωσαν κατά τον μοιραίο χειμώνα του 1918.  Μερικές φορές αναφέρεται αρρώστια σχετική με το κρύο.  Ο Ude Singh Bhándari πέθανε από πλευρίτιδα, ο Bambalam από φθίση και ο Kuta Singh Negi από πνευμονία.   Έτσι είναι πιθανό ότι οι περισσότεροι Ινδοί πέθαναν από αρρώστιες.  Οι περισσότεροι ήταν ασυνήθιστοι στις χειμερινές θερμοκρασίες της Θεσσαλονίκης, και οι υπηρέτες ίσως να μην είχαν χειμωνιάτικα ρούχα ή επαρκή καταλύματα.  Ίσως ο χειμώνας του 1918 να ήταν και ιδιαίτερα βαρύς  και να επιβάρυνε την υγεία των τραυματιών.
Τι Μας Λένε τα Ονόματα των Θανόντων
Για να κατανοηθεί η ινδική εθνολογία χρειάζεται λίγη αρχαία ιστορία.   Κατά το 1300 π.Χ., οι πιο μεγαλόσωμοι και λευκοί ινδοευρωπαίοι διείσδυσαν στην Ινδία, νίκησαν τους πιο μικρόσωμους και σκούρους Δραβίδες, και βαθμιαία τους έσπρωξαν προς το νότο.  Φυσικά έχει γίνει πολλή επιμειξία από τότε, αλλά σε σημαντικό βαθμό οι κάστες ακόμα διαχωρίζουν τους απογόνους των ινδοευρωπαίων από τους απογόνους των  ηττηθέντων Δραβίδων, που γενικά έχουν χαμηλή κάστα.  Ο θεσμός αυτός, που κρατιέται τουλάχιστον για 2300 χρόνια, έχει θρησκευτική χροιά και απαγορεύει τους γάμους και τον κοινωνικό συγχρωτισμό. Η Ινδική κυβέρνηση έχει κάνει μεγάλες προσπάθειες, και τα ταμπού αυτά σε μεγάλο βαθμό έχουν ξεπεραστεί.  Παραδοσιακά όμως, οι ανήκοντες σε διάφορες κάστες και υπο-κάστες έκαναν διαφορετικά επαγγέλματα, πράγμα που σήμαινε ότι οι βραχμάνοι δίδασκαν και ήξεραν να διαβάζουν ενώ οι παρίες καθάριζαν τους δρόμους και επεξεργάζονταν δέρματα, μένοντας πάμφτωχοι και αγράμματοι.  Για να γλιτώσουν από τις καστικές διακρίσεις, πολλοί Ινδοί χαμηλής κάστας έγιναν μουσουλμάνοι ή χριστιανοί.   O θεσμός της κάστας επίσης έκανε την Ινδία πιο τρωτή στις ξένες εισβολές.
Η κάστα (και οι υποκάστες, που διαφέρουν κατά τόπους)  γίνεται γνωστή από τα επίθετα και μικρά ονόματα, πολλές φορές ακόμα και αν το άτομο άλλαξε θρησκεία. Έτσι, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι κάποιος, π.χ. είναι βραχμάνος από τη Βεγγάλη ή váisya  από το Gujarát.  Γι' αυτό, τα ονόματα των πεσόντων μελετήθηκαν με άτομα στην Ινδία που ξέρουν τις θρησκευτικές και καστικές λεπτομέρειες των ονομάτων.[12]  Η ακριβής επαλήθευση θρησκείας και κάστας στάθηκε λίγο δύσκολη γιατί οι Ινδοί που ζούσαν στις αρχές του αιώνα, και δη των χαμηλότερων καστών, δεν χρησιμοποιούσαν επίθετα. Επίσης μερικά ονόματα είναι γραμμένα λάθος.[13] Βοήθησαν τα ονόματα των πατέρων τους στην εξακρίβωση, αλλά μερικές φορές, οι διαφορές ήταν λεπτές, και σίγουρα έγιναν κάποια λάθη κατάταξης. Χωρίς τα επίθετα ήταν δυνατόν μόνο να διαχωριστούν οι ψηλές κάστες από τις χαμηλές, αλλά και έτσι η κοινωνική θέση των θανόντων έγινε κατανοητή.  Χονδρικά, αυτοί ανήκαν στις εξής ομάδες:
Ινδουιστές
Το 74% των θαμμένων ήταν ινδουιστές, από τους οποίους  περίπου το 80% ανήκαν στην χαμηλότερη κάστα των Shúdra (παριών) και τις πολλές υποκάστες της.  Έτσι, οι περισσότεροι Ινδοί που ήρθαν στην Θεσσαλονίκη ήταν παρίες και έκαναν τις χειρωνακτικές και ακάθαρτες δουλειές. (Δεν έκανε ο οποιοσδήποτε Ινδός τα χρόνια εκείνα τέτοιες εργασίες.)  Συγκεκριμένα αναφέρεται η κάστα των οδοκαθαριστών, jamádar.  Όσοι φρόντιζαν τα ζώα θεωρούνταν επίσης ακάθαρτοι. Ακόμα και οι μουσουλμάνοι ή χριστιανοί που είχαν αυτές τις ειδικότητες, είχαν αλλαξοπιστήσει από τις ίδιες χαμηλές κάστες και είχαν κρατήσει τα επαγγέλματα τους.  Στις αρχές του 20ου αιώνα τα ταμπού ήταν ακόμα αυστηρά, και πιθανόν οι υπόλοιποι ινδουιστές δεν τους άγγιζαν ή δεν έτρωγαν μαζί τους.  Ο ένας μάγειρας που αναφέρεται  είναι χαμηλής κάστας και μάλλον μαγείρευε ειδικά γι’ αυτούς. Μια και οι παρίες Ινδοί δεν μορφώνονταν πριν 100 χρόνια, οι περισσότεροι πεσόντες στην Θεσσαλονίκη ήταν αγράμματοι.  
Τα άτομα ψηλότερων καστών, που συνήθως ήταν στρατιώτες ή οδηγοί, έχουν διπλά μικρά ονόματα, όπως Kámta Prasád, Pyáre Laal, Ram Chand, με σανσκριτικές λέξεις και αναφορές σε θεότητες, και καμιά φορά επίθετα υποκάστας (π.χ. Upadhyáy).  Τα ονόματα των χαμηλότερων καστών διαφέρουν.  Άλλων τα ονόματα αναφέρονται σε θεότητες, που πιο συχνά τιμούν οι χαμηλότερες κάστες όπως Kubér (θεός του πλούτου), Mánglu (ευοίωνος).  Άλλες φορές τα άτομα είχαν μόνο παρατσούκλια, όπως Hushiáru  (εξυπνούλης),Kálu (μαυριδερός), Khájan (φαγάς), Bhúra (καφετής), Kabútan (περιστέρι).   Η συχνή κατάληξη -u, (περίπου -ούλης) υπονοεί ότι οι γονείς δεν ήξεραν να δώσουν σωστά ονόματα στα παιδιά τους.
Sikh
Η θρησκεία αυτή είναι κράμα ινδουισμού και Ισλάμ, που αναπτύχθηκε κατά το 1500 στο Punjáb όταν οι δυτικές περιοχές της Ινδίας προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν τους Móghal Τούρκους και τον εξισλαμισμό.[14]  Οι Sikh είναι γραφικοί τύποι με ωραία κορμοστασιά, σαρίκια, μακριά μαλλιά, και γενειάδες, που τους κάνανε χάζι τα παιδιά της Θεσσαλονίκης όταν εμφανίστηκαν ξανά στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.  Το όνομά τους πάντα περιέχει τη λέξη Singh(λέων), π.χ. Méwa Singh.  Από τους 26 που πέθαναν στην Θεσσαλονίκη, οι περισσότεροι ήταν στρατιώτες ή οδηγοί στα Punjábi συντάγματα.  Το όνομαSingh το χρησιμοποιούν επίσης οι Rájput και οι Jat,  οπότε είναι λίγο δύσκολο να ξεχωρίσουν οι Sikh από ινδουιστές που έχουν αυτό το όνομα.  Ο προσδιορισμός στην περίπτωση του ινδικού νεκροταφείου έγινε από το πρώτο όνομα (που άλλα συνηθίζονται στο Punjáb και άλλα στο Rajasthán) καθώς και από τον τόπο καταγωγής και το όνομα πατρός. 
Μουσουλμάνοι
Οι μουσουλμάνοι αποτελούν το 20% των θανόντων.  Μια και κατάγονταν από τις βορειοδυτικές περιοχές, είναι πιθανόν ότι  οι περισσότεροι είχαν κάποιους προγόνους που εξισλαμίστηκαν βίαια ή που ήταν Πέρσες, Άραβες, και Τούρκοι.  Τα ονόματά τους είναι αραβικά, και τα επίθετα τους συνήθως πατρωνυμικά, π.χ.Ali Fateh, Ahmad Fazal.  Μερικές φορές τα ονόματα είναι περσικά, λόγω της μακρόχρονης περσικής εισροής, π.χ. Máuladad Khan, Sher Khan. Η γεωγραφική καταγωγή και  οικογενειακές συγγένειες δεν φαίνονται στα ισλαμικά ονόματα.  Όμως αυτά εύκολα ξεχωρίζουν από τα ινδουιστικά, αν και σε μερικές περιπτώσεις τα παρατσούκλια συμπίπτουν (π.χ. Báktawar) Οι ναυτικοί από την ανατολική Βεγγάλη ήταν επίσης Μουσουλμάνοι και είχαν παρεμφερή ονόματα (π.χ., Abdúl Shah, Asad Ali). 
Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι ήταν βοηθητικοί.  Αυτό ήταν ενδεικτικό χαμηλής μόρφωσης και προηγούμενης κάστας.  Έτσι βλέπει κανείς ότι οι βοηθητικοί, που ήταν το 83% των θανόντων, αποτελούνταν από χαμηλής κάστας ινδουιστές και μουσουλμάνους.  Στο ινδικό στράτευμα του καιρού εκείνου κρατούνταν σταθερά οι επαγγελματικοί διαχωρισμοί των καστών.  Η μόνη ίσως ειδικότητα που έκαναν όλες οι κάστες και θρησκείες ήταν οδηγός.
Χριστιανοί
Οι χριστιανοί, που είναι σχετικά λίγοι στο βορά, τείνουν να παίρνουν χριστιανικά μικρά ονόματα αλλά να κρατάνε τα οικογενειακά επίθετα, που αναφέρονται συχνά σε χαμηλές κάστες.  Στο νεκροταφείο σίγουρος είναι μόνο ένας, οConstántio Thála, που ήταν γκαρσόνι χαμηλής κάστας.  Δύο άλλα άτομα έχουν  μικρά ονόματα που θα μπορούσαν να είναι παραφθορά χριστιανικών (Hóri - ίσωςHoly Ghost).
Gurkha
Οι σχετικά μικρόσωμοι αυτοί στρατιώτες είναι φημισμένοι για την φονική τους τέχνη με το μαχαίρι που λέγεται kukhri.  Αρχικά Gúrkha λέγονταν οι στρατιώτες του βασιλιά Príthvi Naráyan Shah που κατά τον 17ο αιώνα κατέλαβε όλο το Νεπάλ από την ορεινή πόλη Górkha.  Αργότερα Gúrkha αποκαλέστηκαν τα άτομα από τις ορεινές περιοχές όλου του Νεπάλ.  Πολλοί ανήκουν σε  μειονοτικές φυλές που λέγονται Rái, Gúrung, Tamáng, Lámbu, Mágar, κλπ..
Οι 31 θανόντες στρατιώτες από το Νεπάλ ήταν ινδουιστές και βουδιστές με έναν μόνο μουσουλμάνο.[15] Έχουν τα συνηθισμένα ονόματα των Νεπαλέζων που υποδηλώνουν γενναιότητα: Bir (άνδρας, δυνατός)  Βahádur (γενναίος), Rána(βασιλιάς), Khátri (η κάστα των πολεμιστών Kshatría),  επίσης Thápa (βουδιστής καλόγερος).  Πέντε άτομα έχουν σαν επίθετο το όνομα της φυλής τους,Gúrung.    Κατάγονταν από τις περιοχές κοντά στις πόλεις Pálpa, Ilam, Núwakot, και Dhankúta.  Όλοι πέθαναν το 1918 και 1919, ορισμένοι στο δύσκολο χειμώνα του 1918.  Πιθανώς δεν υπήρχαν Gúrkha στην Θεσσαλονίκη νωρίτερα.
Γεωγραφία και Οικογένειες
Οι πολιτείες και επαρχίες από τις οποίες κατάγονταν οι θανόντες είχαν διαιρεθεί διοικητικά από τους Άγγλους.  Βλέπουμε στους καταλόγους ονόματα πολιτειών και επαρχιών που άλλαξαν μετά το 1947.  Π.χ., η μεγάλη πολιτεία πού σήμερα λέγεται Úttar Pradésh (βόρειο διαμέρισμα - U.P.) τότε λεγόταν United Provinces.  Πιθανώς το ινδικό κράτος την μετονόμασε κρατώντας τα αρχικά U.P.  Μία άλλη περιοχή που σήμερα έγινε χωριστές πολιτείες λεγότανRáe-Baréilly έγινε εν μέρει Mádhyapradésh.  To Rajasthán λεγόταν Rajputána.  Κάτω από την ονομασία Assám, μία ανατολική πολιτεία σήμερα, υπάγονταν τοSylhét, που σήμερα βρίσκεται στο Bangladésh.  Μόνο ένας στρατιώτης καταγόταν από το Δελχί, που στις αρχές του αιώνα δεν ήταν το πιο σημαντικό μέρος.
Οι ηλικίες των πεσόντων είναι άγνωστες.  Πιθανώς οι περισσότεροι ήταν παντρεμένοι, γιατί οι ινδουιστές τότε παντρεύονταν σε μικρή ηλικία, συχνά στην παιδική.  Έτσι, για ορισμένα άτομα φαίνεται το όνομα της συζύγου και όχι του πατέρα: Rándhir σύζυγος της Sunári, Máuji Ram σύζυγος της Bhúri, Suleimán Khan σύζυγος της Azíma, Árjan Singh σύζυγος της Dárkan..  Αυτό σημαίνει ότι οι νεαρές γυναίκες τους έμειναν άγαμες σε όλη τους τη ζωή, γιατί οι χήρες στην Ινδία τον καιρό εκείνο θεωρούνταν γρουσούζες και σχεδόν ποτέ δεν ξαναπαντρεύονταν.  Από τους γονείς τους, οι ίδιοι ίσως να μην έλειψαν τόσο, γιατί ήταν μεγάλες οι οικογένειες.  Σίγουρα όμως, κάποιοι από αυτούς άφησαν πίσω τους παιδιά, που θα μεγάλωσαν σε ακόμα μεγαλύτερη ανέχεια.   Αν ζουν μερικά, θα ήταν το έτος 2000 τουλάχιστον 83 χρονών.
Δεν το ήξερε κανείς το 1920, αλλά 25 χρόνια αργότερα πολλές από αυτές τις οικογένειες  θα ξεριζώνονταν. Οι γεωγραφικοί τόποι που αναφέρονται στο αρχείο του νεκροταφείου σήμερα ανήκουν σε τρεις διαφορετικές χώρες.  Μαζί με την απελευθέρωση της Ινδίας από τους Άγγλους το 1947 ήρθε και η διχοτόμηση Ινδίας - Πακιστάν (κατά το 1971 τριχοτόμηση σε Bangladésh).  Το 1946-47 έγινε ανταλλαγή πληθυσμών και πολλές σφαγές, κυρίως ανάμεσα στους ινδουιστές, Sikh, και μουσουλμάνους του Punjab και των άλλων βορειοδυτικών περιοχών.  Έτσι, δεν υπάρχουν πια  Sikh ή ινδουιστές στη Λαχώρη και τις άλλες πόλεις του διχοτομημένου Punjáb.  Με τις σφαγές και την αναμπουμπούλα, οικογένειες ολόκληρες ξεκληρίστηκαν, όπως και στην ελληνική μικρασιατική καταστροφή.   Γι’ αυτό, οι περισσότεροι νεκροί της Θεσσαλονίκης πιθανώς να μην υπάρχουν στη μνήμη κανενός, ούτε καν σαν οικογενειακή ιστορία.   Μόνο τα διάφορα συντάγματα, που συνεχίζουν την ύπαρξή τους στην Ινδία και στο Πακιστάν πιθανώς να έχουν τα ονόματά τους σε κάποιους καταλόγους.
Έτσι, η Θεσσαλονίκη στο νεκροταφείο αυτό διασώζει, πριν από τα χρόνια που οι φτωχοί γράφονταν στα ληξιαρχεία, ονόματα συγγενών και οικογενειών που έχουν εκλείψει,.  Επίσης διασώζει βιολογικά υπολείμματα, που ίσως σταθούν χρήσιμα κάποτε. Επειδή μόνο οι μουσουλμάνοι και οι χριστιανοί θάβονται στην Ινδία, η χώρα δεν έχει παλιούς τάφους του γηγενούς πληθυσμού.  Αν θέλουν κάποιοι ερευνητές να κάνουν γενεαλογικές, ανθρωπολογικές, ιστορικές ή ιατρικές έρευνες σε DNA και σκελετούς Ινδών, δείγματα διασώζονται μόνο στα διάφορα στρατιωτικά νεκροταφεία της Ευρώπης.
Ινδοί Θαμμένοι στην Υπόλοιπη Ελλάδα
Λίγοι σχετικά Ινδοί ήρθαν στην Ελλάδα στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, και δεν χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά.[16]  Αντίθετα, στη Γαλλία υπηρέτησαν κάμποσοι, και υπάρχει ένα μεγάλο μνημείο στο Neufchapelle, που το επισκέπτονται πολλοί.  Λίγα άτομα από τον πρώτο και δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο είναι θαμμένα σε άλλα στρατιωτικά νεκροταφεία, όπως στο Φάληρο (140 άτομα), μνημείο Αθηνών (56), Ρόδο (8) Στρούμα (2), στη Δοϊράνη (1).  Στο συμμαχικό νεκροταφείο στον ανατολικό Μούδρο της Λήμνου είναι θαμμένοι 64 Ινδοί από το 1915-1919.[17]  Τα ονόματά τους δεν αναφέρονται, ούτε είναι μεμονωμένοι οι τάφοι, αλλά έγινε προσπάθεια να ξεχωριστούν θρησκευτικά.  Στο νότιο τμήμα του νεκροταφείου υπάρχει πινακίδα που γράφει "Musulman soldiers of the Indian army and Egyptian Labour Corps are buried here" (Εδώ είναι θαμμένοι μουσουλμάνοι στρατιώτες του ινδικού στρατού και του Αιγυπτιακού Σώματος Εργατών).   Για τους ινδουιστές και Sikh, στο βόρειο τμήμα του ίδιου νεκροταφείου μια πινακίδα γράφει "Soldiers of the Indian Army are honoured here" (Εδώ τιμούνται στρατιώτες του ινδικού στρατού).
Εκτός από την προσπάθεια που έγινε να χωρίσουν τους ινδουιστές από τους μουσουλμάνους στον Ανατολικό Μούδρο, όλοι οι υπόλοιποι Ινδοί θάφτηκαν μαζί.  Είναι λίγο ειρωνικό ότι η Ινδíα ενώθηκε θρησκευτικά μόνο έξω από τα σύνορά της, σε κάποια ελληνικά νεκροταφεία. Οι στάχτες ή τα οστά των ατόμων χαμηλής και ψηλής κάστας, Sikh, χριστιανών, και ινδουιστών, ανακατεύτηκαν φύρδην μίγδην όπως  πιθανόν οι πρόγονοί τους κατά τα ελληνιστικά χρόνια.  Τότε στην Ινδία βασίλευε ο βουδιστής αυτοκράτορας Ashóka και αργότερα οι Ινδοέλληνες βασιλείς, που και αυτοί απέρριψαν τις κάστες.  Όμως μετά την πτώση των Ινδοελλήνων, οι βραχμάνες απέκτησαν ξανά επιρροή στο λαό, και οι καστικοί διαχωρισμοί ρίζωσαν για τα καλά. Αργότερα, οι εισβολείς μουσουλμάνοι εκμεταλλεύτηκαν τους διαχωρισμούς αυτούς και κατέλαβαν την Ινδία.  Μακάρι να ενωθούν κάποτε οι Ινδοί στη Νότια Ασία και εν ζωή.
Αξίζει ίσως να σκεφτεί κανείς ότι σε ένα μικρό βαθμό η ελευθερία της Μακεδονίας οφείλεται σε κάποιους Punjábi, τις ιδιαίτερες πατρίδες των οποίων κάποτε νίκησε ο Μέγας Αλέξανδρος.  Αλλά και πριν από την εισβολή του Αλέξανδρου, μερικοί βορειοδυτικοί Ινδοί είχαν πολεμήσει στην Ελλάδα.  Ο Ηρόδοτος διηγείται ότι στις μάχες των Θερμοπυλών και των Πλαταιών (480-479 π.Χ.) ήρθαν Ινδοί πολεμιστές ως μέρος του περσικού στρατού.  Ήταν τοξότες και ιππείς υπό τις διαταγές του Φαρναζάθρη, στρατηγού του Ξέρξη.   Ο Δαρείος  εισέβαλε στη κοιλάδα του Ινδού ποταμού το 510 π.Χ., οπότε η δυτική Ινδία και Βάκτρια περιήλθαν στην κατοχή του.[18]  Όμως, η μακρινή Ινδία ηθελημένα ούτε εισέβαλε ούτε βοήθησε ποτέ την Ελλάδα.  Όποτε ήρθαν Ινδοί στρατιώτες (συμπεριλαμβανομένου και του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου), ανήκαν σε κάποια άλλη κατοχική δύναμη.
Aν και χωρίς δημοσιότητα, σχέσεις δημιουργούνται συχνά στη μακριά ιστορία των δύο λαών.  Τέσσερα χρόνια αφού πέθαναν οι τελευταίοι Ινδοί στη Θεσσαλονίκη, λειτούργησε η  εκκλησία της Μεταμόρφωσης στην Καλκούτα, το πιο πρόσφατο στολίδι της ελληνικής κοινότητας που άνθιζε στη Βεγγάλη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Τα νεκροταφεία της Dháka και της Καλκούτας ήδη είχαν ταφόπετρες από το 1776 με εξαιρετικές επιγραφές, που δείχνουν ότι γενεές Ελλήνων κάποτε πήγαν εκεί για εμπόριο και ελευθερία από τον οθωμανικό ζυγό.  Αργότερα, στα μέσα του 20ού αιώνα (1954-1968) ήρθαν από την Ινδία τουλάχιστον 111 τραγικά κινηματογραφικά έργα, των οποίων τα καλύτερα τραγούδια διασκεύασαν οι λαϊκοί συνθέτες του 1960 και τα έκαναν ελληνικά.[19]  Όταν αυξήθηκε το εισοδηματικό επίπεδο των Ελλήνων κατά το 1980, η Ινδία έγινε συχνός προορισμός για τουρισμό και πνευματική φώτιση.  Ταυτόχρονα, χιλιάδες Ινδών, Πακιστανών, και Μπαγκλαντεσιανών ήρθαν στην Ελλάδα ως φθηνό εργατικό δυναμικό.
Ένας κρίκος στη μακριά αλυσίδα των ινδοελληνικών σχέσεων ήταν και οι βοηθοί της  αγγλικής στρατιάς.  Χωρίς να τραβήξουν την προσοχή πολλών Θεσσαλονικιών, άφησαν την τελευταία τους πνοή κάπου κοντά στα σπίτια μας.

Βιβλιογραφία

Αμπατζή Ελένη και Μανουήλ Τασούλας.  1998.  Ινδοπρεπών Αποκάλυψη:  Από την Ινδία του Εξωτισμού στη Λαϊκή Μούσα των Ελλήνων.  Αθήνα: Ατραπός.
Γούναρης Βασίλης, "Στη Μακεδονία τον καιρό του Μεγάλου Πολέμου
(1914-1919)", Θεσσαλονικέων Πόλις 1 (Ιανουάριος 2000), 179-192.
Βασιλειάδης, Δημήτριος. 2000.  The Greeks in India: A Survey in Philosophical Understanding.  Delhi, India: Munshiram Manoharlaal.
Γερολύμπου, Αλεξάνδρα και Ευάγγελος Χεκίμογλου.  "Το Μακεδονικό Μέτωπο και Θεσσαλονίκη 1915-1919".  Θεσσαλονικέων Πόλις, Ιανουάριος 2000, σελ. 199.
Spear, Percival.  1970.  A History of India. Vol. 2.  London: Penguin Books. σελ. 57.

Εκστρατεία Θεσσαλονίκης 1915-1918[20]
Το Μέτωπο της Θεσσαλονίκης (Salonika Front) ανοίχθη το 1915 προς βοήθεια της Σερβίας και των Δυνάμεων του Άξονος – Γερμανία, Αυστρο-Ουγγαρίας και Βουλγαρία.  Η Βρετανική Δύναμης Θεσσαλονίκης (British Salonika Front) αποτελούσε ένα στοιχείο του Συμμαχικού Στρατού, ο οποίος συμπεριλάμβανε Έλληνες, Σέρβους, Μοντενέγκρους (Μαυροβούνιο), Γιουγκοσλάβους, Γάλλους, Ιταλούς και Ρώσους.
Μετά την απόβαση τον Οκτώβριο 1915, Συμμαχικές Δυνάμεις προχώρησαν κατά μήκος του κάμπου Βαρδάρη προς τη Σερβία, αλλά τότε αναγκάσθηκαν να οπισθοχωρήσουν στη  Θεσσαλονίκη, η οποία διετηρήθη ως οχυρωμένο στρατόπεδο για ένα έτος.  Μία συμμαχική επίθεση κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 1916 καθιέρωσε μία γραμμή από το Μοναστήρι έως τον κόλπο του Στριμωνικού. Η Βρετανική Δύναμη διατηρούσε το τμήμα ανατολικώς της Δοϊράνης.  Αυτή παρέμεινε η Συμμαχική γραμμή έως την 15η Σεπτεμβρίου 1918, όταν η αποφασιστική επίθεση προς το βορρά οδήγησε στην παράδοση της Βουλγαρίας ένα δεκαπενθήμερο αργότερα.
Κατά τα τρία χρόνια της υπάρξεώς της η Βρετανική Δύναμη της Θεσσαλονίκης υπέστη 10.000 απώλειες ψυχών, εκ των οποίων περίπου οι μισές οφείλονταν στη μεγάλη επιδημία μαλέριας [ελονοσίας] σ’ αυτήν την επιχείρηση.
ΙΝΔΙΚΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΙΟ ΟΔΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Η Θεσσαλονίκη ήταν η κυρία βάση του Συμμαχικού Στρατού.  Διαμέσου της πόλεως, είτε δια θαλάσσης είτε δια ξηράς μέσω Μπράλου, διήρχοντο όλες οι ενισχύσεις και τα εφόδια δια την Βρεττανική Δύναμιν της Θεσσαλονίκης (British Salonika Force), της οποίας το αρχηγείο ευρίσκετο εις το προάστειο της Καλαμαριάς – εις αυτό είχαν καταφύγει οι άρρωστοι και πληγωμένοι από το μέτωπο.  Περισσότερα από 18 στρατιωτικά νοσοκομεία, συμπεριλαμβανομένων και τριών του Καναδικού Στρατού, εστάθμευον εντός και πέριξ της Θεσσαλονίκης, εκ των οποίων τα θύματα έρχοντο εις τρία κοιμητήρια – τον Βρεττανικό τομέα του Συμμαχικού Στρατού εις την οδό Λεμπέτ, το Βρεττανικό Κοιμητήριο Μίκρας και το Ινδικό Κοιμητήριο εις την οδό Μοναστηρίου.
Το Ινδικό Κοιμητήριο της οδού Μοναστηρίου περιέχει τους τάφους 105 στρατιωτών του Ινδικού Στρατού και ένα μνημείο φέρει τα ονόματα 220 συντρόφων των, των οποίων τα λείψανα απετεφρώθησαν και 162 των οποίων οι τάφοι είναι ανώνυμοι.  33 Ινδοί ναυτικοί, οι οποίοι υπηρετούσαν εις το Βρεττανικό Εμπορικό Ναυτικό είναι ενταφιασμένοι ή μνημονεύονται εις το κοιμητήριο.

ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΜΕΙΟ ΕΚΤΙΣΘΗΣΑΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΩΝΤΑΙ ΥΠΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΠΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΤΑΦΩΝ.
ΑΡΧΙΤΈΚΤΩΝ ΗΤΑΝ Ο SIR ROBERT LORIMER

Σημειώσεις:
[1] Η συγγραφέας ευχαριστεί την κ. Υβόνη Αλεξανδρίδου, επίτημο πρόξενο της Ινδίας στη Θεσσαλονίκη για την εξαιρετική πληροφόρηση και βοήθειά της στην εντόπιση του νεκροταφείου.
[2] Ο συνολικός αριθμός των θαμμένων είναι περίπου 490, αλλά το αρχείο τουCommonwealth War Graves Commission αναφέρει 520, γιατί ορισμένων τα σώματα δεν βρέθηκαν και τα ονόματα δεν μνημονεύτηκαν. Πέντε άτομα θάφτηκαν το 1917-18 σε μουσουλμανικό νεκροταφείο που τότε ήταν στο δρόμο προς τη Δοϊράνη.
[3]Kατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το Χαρμάνκιοϊ (στα τουρκικά χωριό με αλώνι) ) σήμαινε ολόκληρο τον τόπο που περικλείται από τις οδούς Μοναστηρίου και Λαγκαδά, όπως τις έβλεπε κανείς από το ύψος της πύλης του Βαρδάρη. (Π. Βακουφάρης σ. 122 και 130).
[4] Ενας μόνο Ινδός είναι θαμμένος στο νεκροταφείο του Λεμπέτ.
[5] Επιτροπή Τάφων της (Βρεττανικής) Κοινοπολιτείας.   Kατοικοεδρεύει δίπλα στον βρεττανικό νεκροταφείο της Μίκρας (Βρυούλων 51, Καλαμαριά, Θεσ/νίκη 55132, τηλ. 452597, φαξ 451490,  cwgcgree@otenet.gr).
[6] O τάφος γράφει στα αραβικά: Bism Illah arrahman arrahim (στο όνομα του μεγαλεύσπλαχνου Θεού) και την υπόλοιπη súrat al fátiha, την πρώτη παράγραφο του Κορανίου.  Στα αγγλικά: Major Lutfali-Khan  /  Sirdar Bahadur    / COMMDC  / Indore Imperial Service Transport Corps   /  Killed on April 9 1917.  Το ίδιο γράφεται και στα Úrdu, που είναι Híndi με αραβική γραφή.
[7] Ο αναφερόμενος guru είναι ο Guru Nanak Dev, πρώτος από τους εννέα guruτων Sikh, ο οποίος θεμελίωσε τη θρησκεία. Πιθανόν όμως να αναφέρεται η φράση στο ιερό βιβλίο των Sikh.  Η γραφή είναι Punjábi (που λέγεται Gurmukhi), αλλά η γλώσσα είναι Híndi, που είναι παραπλήσια.  
[8] Οι ινδικές γλώσσες έχουν μακρά και βραχέα φωνήεντα, και ο τόνος συχνά πέφτει σε δύο συλλαβές.  Για απλούστευση δίνεται εδώ ο δυνατότερος τόνος μιάς λέξης και δεν γράφονται τα μακρά φωνήεντα.  Οταν δεν υπάρχει ξεκάθαρη τονιζόμενη συλλαβή, δεν δίνεται τόνος.
[9]Monastir Road Indian Cemetery and Memorial, Salonika. The register of the graves.
[10] Το επάγγελμα αυτό ήταν παραδοσιακό σε μιά πολιτεία που ζει από τη θάλασσα, και συχνά τα ελληνικά πλοία έχουν πληρώματα από το Bangladesh.
[11] Bháratpur είναι πόλη στο Rajasthán φημισμένη για την αντίσταση κατά των μουσουλμάνων.
[12] Η συγγραφεύς ευχαριστεί τον δημοσιογράφο του All India Radio, Om Prakash Dutta, τον Πακιστανό δικηγόρο Ibad Ur Rehman, και τα στελέχη τηςWorld Bank Sohail Malik, Mohammad Allak, και Vinod Saghal για τη συμβολή τους.
[13] Ενας Νεπαλέζος που λέγονταν Bálbahádur (γενναίος νέος) γράφηκε σανDálbahádur, δηλαδή γενναίο όσπριο.
[14] Percival Spear, σελ. 57.
[15] Mόνο 8% του πληθυσμού στον Νεπάλ είναι μουσουλμάνοι.
[16] Τηλεφωνική συνέντευξη με τον Simon Fletcher,  υπεύθυνο τουCommonwealth War Graves Commission για τα νεκροταφεία της Ελλάδας και των Βαλκανίων, Ιανουάριος 2000.
[17] East Moudros Military Cemetery, Limnos.  Cemetery Index Number Gr. 10.  Locations of Indian Casualties.  Commonwealth War Graves Commission.
[18] Βασιλειάδης 2000 σελ. 28.
[19] Ελένης Αμπατζή και Μανουήλ Τασούλα "Ινδοπρεπών Αποκάλυψη".
[20] Κείμενο στην είσοδο του νεκροταφείου.


ΠΗΓΗ http://www.elinepa.org/index.php/el/